Skip to main content

Γεωπολιτική της Κίνας

  • strict warning: Non-static method view::load() should not be called statically in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/views.module on line 1113.
  • strict warning: Declaration of views_handler_field::query() should be compatible with views_handler::query($group_by = false) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_field.inc on line 1147.
  • strict warning: Declaration of views_handler_sort::options_validate() should be compatible with views_handler::options_validate($form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_sort.inc on line 165.
  • strict warning: Declaration of views_handler_sort::options_submit() should be compatible with views_handler::options_submit($form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_sort.inc on line 165.
  • strict warning: Declaration of views_handler_sort::query() should be compatible with views_handler::query($group_by = false) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_sort.inc on line 165.
  • strict warning: Declaration of views_handler_filter::options_validate() should be compatible with views_handler::options_validate($form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter.inc on line 587.
  • strict warning: Declaration of views_handler_filter::query() should be compatible with views_handler::query($group_by = false) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter.inc on line 587.
  • strict warning: Non-static method views_many_to_one_helper::option_definition() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter_many_to_one.inc on line 23.
  • strict warning: Non-static method views_many_to_one_helper::option_definition() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter_many_to_one.inc on line 23.
  • strict warning: Non-static method views_many_to_one_helper::option_definition() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter_many_to_one.inc on line 23.
  • strict warning: Non-static method views_many_to_one_helper::option_definition() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter_many_to_one.inc on line 23.
  • strict warning: Declaration of views_plugin_query::options_submit() should be compatible with views_plugin::options_submit($form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/plugins/views_plugin_query.inc on line 169.
  • strict warning: Declaration of views_plugin_row::options_validate() should be compatible with views_plugin::options_validate(&$form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/plugins/views_plugin_row.inc on line 136.

ΓΕΝΙΚΑ

Ο 21ος αιώνας αναδεικνύει την Κίνα ως τον κύριο διεκδικητή του τίτλου της υπερδυνάμεως τον οποίο κατέχουν οι Η.Π.Α.. Η αχανής αυτή χώρα (έκταση 9.640.821 τ.χμ), του 1.338.613.000 κατοίκων (92% κινέζοι Χαν και 8% κατανέμεται σε 55 αναγνωρισμένες μειονότητες), με έναν από τους παλαιότερους πολιτισμούς, εξακολουθεί να αυτοπροσδιορίζεται ως υποστηρικτής των αναπτυσσομένων χωρών και η εξωτερική της πολιτική βασίζεται θεωρητικά στις πέντε αρχές του Τσου Ενλάϊ που είναι η μη ανάμιξη στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων κρατών, μη – επιθετικότητα, ειρηνική συνύπαρξη, ισότητα και αμοιβαία οφέλη. Οι αρχές αυτές της επιτρέπουν την ενάσκηση πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής και την σύναψη σχέσεων ακόμη και με χώρες που θεωρούνται επικίνδυνες από τις Δυτικές χώρες.

Η ανωτέρω προσέγγιση του κόσμου δεν εμπόδισε κατά καιρούς την Κίνα να φθάσει έως την στρατιωτική σύγκρουση για θέματα εδαφικών της διεκδικήσεων (με Ινδία το 1962, με Ρωσία το 1969, με Βιετνάμ το 1979). Από την δεκαετία του 1990 η Κίνα ακολουθεί πολιτική ήπιας διπλωματίας με τους γείτονές της προκειμένου να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη οικονομική της άνοδο και να αυξήση την επιρροή της, ενώ μετέχει σε περιφερειακούς οργανισμούς και διεισδύει σε Ηπείρους (Ασία, Αφρική, Λ. Αμερική) και χώρες με ενεργειακούς πόρους ή στρατηγική θέση.

Με τα συνοπτικά στοιχεία που ακολουθούν επιχειρείται μία συνολική αποτίμηση της πορείας της χώρας, προκειμένου αυτή να συμβάλει στην απάντηση επικαίρων ερωτημάτων όπως το κατά πόσο η Κίνα θα καταστεί η υπερδύναμη του 21ου αιώνος καθώς και με τι τίμημα και επιπτώσεις για την διεθνή κοινότητα.

ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η κομμουνιστική Κίνα, εξακολουθεί να είναι αυταρχική στο εσωτερικό της (περιορισμοί ελευθερίας τύπου, διαδικτύου, συλλογικής διαμαρτυρίας, θρησκείας, ατομικών δικαιωμάτων), παρά τα σχετικά βήματα προόδου που έχουν συντελεσθεί, λόγω των προσφάτων εσωτερικών κοινωνικο-οικονομικών ανακατατάξεων. Η παντοδυναμία του κόμματος είναι συνταγματικά κατοχυρωμένη και η διακυβέρνηση της χώρας ελέγχεται από αυτό. Από τα βασικότερα πολιτικά ζητήματα στο εσωτερικό είναι η μείωση του αυξανομένου χάσματος μεταξύ πλουσίων και πτωχών, καθώς και τα κρούσματα κυβερνητικής διαφθοράς. Σύμφωνα με έγκυρες δημοσκοπήσεις (μη κινεζικές), η όλη κυβερνητική δράση και διαχείριση έχει την υποστήριξη του 86% του πληθυσμού.

Είναι γνωστό ότι κατά τις τελευταίες δεκαετίες η ετησία ανάπτυξη της Κίνας εκφράζεται με διψήφιους αριθμούς, το δημόσιο χρέος της είναι χαμηλό, η τεράστια εσωτερική της αγορά ανέρχεται συνεχώς, οι ξένες επενδύσεις στη χώρα αυξάνονται, ενώ τα ποσά που δαπανά ετησίως για έρευνα και ανάπτυξη είναι της τάξεως των $ 150 δις (η χώρα διαθέτει περί το 1.000.000 ερευνητές). Η Κίνα αποτελεί την ταχύτερα παγκοσμίως αναπτυσσόμενη οικονομία, με το δεύτερο μεγαλύτερο ΑΕΠ ($4.99 τρις), αν και το κατά κεφαλήν εισόδημα είναι ακόμη χαμηλό ($3.700). Το κινεζικό εμπόριο είναι δεύτερο παγκοσμίως (εισαγωγές $1.01 τρις, εξαγωγές $ 1.2 τρις), η χώρα είναι μέλος του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου, ενώ τα αποθέματά της σε ξένο συνάλλαγμα που φθάνουν τα $2.4 τρις, την κατατάσσουν στην πρώτη θέση στον τομέα αυτό ($801.5 δις από αυτά, είναι αμερικανικά ομόλογα). Οι ξένες επενδύσεις στο εσωτερικό ανέρχονται στα $ 92 δις (2008), ενώ οι κινεζικές επενδύσεις στο εξωτερικό έφθασαν τα $ 52.2 δις το 2008 (6η χώρα παγκοσμίως). Η επισκεψιμότητα της χώρας είναι τέταρτη παγκοσμίως (51 εκ. άτομα ετησίως). Το κράτος κυριαρχεί στις στρατηγικές βιομηχανίες (ενέργεια, βαρειά βιομηχανία) αλλά τα 30 εκατομμύρια των ιδιωτικών επιχειρήσεων αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ ( 33% σύμφωνα με την People’s Daily Online και 70 % σύμφωνα με την Business Week). Ο όγκος συναλλαγών κατατάσσει το χρηματιστήριο της Σανγκάης στην Πέμπτη θέση παγκοσμίως. Επισημαίνεται ότι η τεράστια οικονομική ανάπτυξη της Κίνας επιτυγχάνεται με τίμημα την φθηνή εργασία, την μεγάλη μόλυνση του περιβάλλοντος και την τεράστια εκμετάλλευση φυσικών πόρων.

Η πραγματική συνολική ανεργία στην Κίνα κυμαίνεται περί το 10%, η μεσαία τάξη (άνω των $17.000 ετησίως), έχει ξεπεράσει τα 100.000.000 άτομα, ενω οι πλούσιοι (άνω του $1.5 εκ) εκτιμάται ότι φθάνουν τις 825.000. Το 10% των κατοίκων της Κίνας ζει κάτω από τα όρια της φτώχειας (το αντίστοιχο ποσοστό του 1978 ήταν 64%), οι αναλφάβητοι φθάνουν στο 7% (το 1950 ήταν 80%), ενώ το μέσο αναμενόμενο όριο ζωής έχει αυξηθεί δραματικά φθάνοντας τα 73 έτη. Η χώρα είναι δεύτερη παγκοσμίως σε κατανάλωση ειδών πολυτελείας, ενώ η διαφορά εισοδήματος μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών φθάνει το 47%.

Οι θετικές αυτές οικονομικές εξελίξεις αλλάζουν τις κοινωνικές δομές της χώρας αυτής, ενώ ο οικονομικός μαρξισμός σταδιακά εγκαταλείπεται από τις κινεζικές ελίτ. Τα χρήματα δημιουργούν ισχύ και η διαμορφούμενη αυτή νέα κοινωνικο-οικονομική βάση θα επηρεάσει την ποιότητα και ποσότητα της κινεζικής ισχύος, καθώς και τον τρόπο εφαρμογής της. Παρά την καθολική εκτίμηση ότι η Κίνα θα αποτελέσει τον κύριο διεκδικητή του τίτλου της υπερδυνάμεως εντός του 21ου αιώνος, μία σειρά κοινωνικο-οικονομικών ερωτηματικών, χρήζουν διερευνήσεως και παρακολουθήσεως. Ενδεικτικά τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα: -

Δύναται η Κίνα να εξασφαλίσει τις απαιτούμενες θέσεις εργασίας για έναν πληθυσμό που αστικοποιείται ραγδαία; -

Θα αντιμετωπισθεί αποτελεσματικά το φαινόμενο προβληματικών κρατικών εταιρειών, δίχως να δημιουργηθούν στρατιές ανέργων και δίχως να απαιτηθούν τεράστια ποσά επιχορηγήσεων; -

Δύναται η Κίνα να εξασφαλίσει διαρκή πρόσβαση στις πηγές ενέργειας του εξωτερικού, για την απαιτούμενη προμήθεια των εκθετικά διογκουμένων ποσοτήτων υδρογονανθράκων, για την ανοδική της οικονομία, δεδομένων των παγκοσμίων προβλημάτων και ορίων των φυσικών πόρων; -

Θα εξασφαλισθούν οι απαιτούμενες ποσότητες υδάτων, για τις ραγδαίως αυξανόμενες βιομηχανικές ανάγκες και την παράλληλη ικανοποίηση των αγροτικών αντιστοίχων απαιτήσεων; -

Δύναται το σύστημα υγείας να αντιμετωπίσει τις νέες κοινωνικές απαιτήσεις; -

Θα μεταβληθεί η πολιτική του «ενός τέκνου», καθώς όλο και λιγότεροι εργαζόμενοι στηρίζουν περισσότερους υπερήλικες και με ποιό τίμημα; (ο σημερινός μέσος όρος ηλικιών που είναι 32 θα φθάσει πέραν των 44 κατά το 2040). -

Πως θα διατηρήσει το κομμουνιστικό κόμμα την δικτατορία και την νομιμοποίησή του δίχως το ηθικό πρόσχημα της κομμουνιστικής επαναστάσεως; Πιθανή μετάβαση του καθεστώτος σε Δημοκρατία θα είναι ομαλή ή ταραχώδης; Ποιός ο ρόλος των κινεζικών Ενόπλων Δυνάμεων; -

Ποιές θα είναι οι θετικές και αρνητικές επιπτώσεις εφαρμογής της τεχνολογίας της πληροφορίας;

ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΙΝΑΣ

Στα πλαίσια του δυναμικού σταθεροποιητικού μετασχηματισμού της διεθνούς αγοράς υδρογονανθράκων (πετρέλαιο και φυσικό αέριο), η αύξηση ζητήσεως, λόγω των αναδυομένων μεγάλων δυνάμεων, αλλάζει τους κανόνες και επιφέρει νέες αλληλεπιδράσεις μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών σε επίπεδο ενεργειακής διπλωματίας και νέων στρατηγικών συμμαχιών, με γνώμονα τα εκάστοτε εθνικά συμφέροντα των εμπλεκομένων. Η ενεργειακή ασφάλεια αποτελεί ζωτικό εθνικό συμφέρον κάθε χώρας και πολιτικό θέμα υψηλής προτεραιότητος.

Η ενεργειακή αυτάρκεια της Κίνας αποτελεί προ πολλού παρελθόν, λόγω της διαρκούς αυξήσεως του ΑΕΠ (υπολογίζεται περί το 7% για τις επόμενες 2-3 δεκαετίες), της εκβιομηχανήσεως της χώρας, της ραγδαίας αυξήσεως του αριθμού αυτοκινήτων και της μειώσεως καταναλώσεως του ρυπογόνου άνθρακος. Με αυξανομένη ετήσια ζήτηση από 5% έως 7%, εκτιμάται ότι η Κίνα θα ξεπεράσει τις Η.Π.Α. περί το 2025 και θα αποτελέσει τον μεγαλύτερο παγκοσμίως καταναλωτή πετρελαίου, ενώ το 2030 θα τριπλασιάσει τις σημερινές εισαγωγές πετρελαίου, οι οποίες θα φθάσουν τα 12mbd, γεγονός που της επιβάλλει την εξασφάλιση της σταθερότητος του εφοδιασμού της. Ο διαρκής και σταθερός ανεφοδιασμός της Κίνας με υδρογονάνθρακες απαιτεί διαφοροποίηση των πηγών προμηθείας (πέραν της Μ. Ανατολής, το ενδιαφέρον της εστιάζεται κυρίως στην Ρωσία, την Κ. Ασία, την Δ. Αφρική και την Λατινική Αμερική), καθώς και των οδών μεταφοράς τους στην χώρα, με παράλληλη προσπάθεια αυξήσεως της εγχώριας παραγωγής πετρελαίου.

Στα πλαίσια των ανωτέρω επιδιώξεων, η Κίνα υπέγραψε τον Μάϊο 2010, συμφωνία με την Νιγηρία ύψους πλέον των $20 δις, για την κατασκευή υποδομών και διυλιστηρίων πετρελαίου, ενώ η Αγκόλα παραμένει ο μεγαλύτερος αφρικανικός προμηθευτής της. Εμφανής είναι η γενικότερη επιδίωξη της Κίνας να ελαττώσει κατά το δυνατόν την εξάρτησή της από την Μ. Ανατολή, λόγω της αστάθειας αυτής αλλά και λόγω της έντονης αμερικανικής επιρροής. Είναι χαρακτηριστικό ότι ενώ οι προμήθειες πετρελαίου από την Αφρική εφθαναν το 24% των εισαγωγών κατά το 2003, το 2008 έφθασαν το 30%. Η εξάρτηση της Κίνας από το Ιράν, το οποίο αποτελεί τον τρίτο μεγαλύτερο προμηθευτή πετρελαίου, σχετίζεται με την διαρκή προσπάθειά της για μετριασμό των εκάστοτε μέτρων που επιβάλλει το Συμβούλιο Ασφαλείας του Ο.Η.Ε. στην χώρα αυτή.

Το 80% του εισαγομένου πετρελαίου στην Κίνα μεταφέρεται δια θαλάσσης και μάλιστα μέσω των μήκους 1.100 χλμ στενών Malacca, μεταξύ Ινδικού και Ειρηνικού ωκεανού, που αποτελούν την συντομότερη διαδρομή. Πέραν της πειρατείας και τρομοκρατίας, εκτιμάται ότι την Κίνα απασχολεί κυρίως ο αμερικανικός έλεγχος των θαλασσίων οδών και ιδιαίτερα ο ενδεχόμενος αποκλεισμός των εν λόγω στενών.

Στην προσπάθειά της να ανεύρει εναλλακτικές ενεργειακές οδούς, η Κίνα υπέγραψε με την Μπούρμα, τον Ιούνιο 2010, συμφωνία κατασκευής αγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου από την Μπούρμα στην Νοτιοδυτική Κίνα. Ο εν λόγω αγωγός θα μεταφέρει 20 εκ τν. πετρελαίου κατ’ έτος, από την Μ. Ανατολή και την Αφρική. Η Κίνα διαπραγματεύεται επίσης την κατασκευή σιδηροδρομικής γραμμής με την Σιγκαπούρη έως το 2015, καθώς και την δυνατότητα κατασκευής αγωγού, οδικού δικτύου και σιδηροδρόμου από τον πακιστανικό λιμένα Gwadar στην δυτική κινεζική επαρχία Xinjiang.

Ο προσανατολισμός προς Δυσμάς αποτελεί την λιγότερο προβληματική ενεργειακή λύση για την Κίνα η οποία ολοκλήρωσε πρόσφατα τον βραχίονα που την συνδέει με τον ρωσικό αγωγό Ανατολικής Σιβηρίας – Ειρηνικού Ωκεανού και θα της παρέχει 15 εκ. τν. πετρελαίου κατ’ έτος. Τον Ιούνιο 2010 ο Κινέζος Πρόεδρος Hu Jintao υπέγραψε συμφωνία διπλασιασμού της παροχής πετρελαίου μέσω του αγωγού από το Καζακστάν, έως το 2013. Η ισχυρή ενεργειακή αλληλεξάρτηση Κίνας – Ρωσίας συμβάλλει στην από κοινού προσπάθεια μειώσεως της αμερικανικής επιρροής στην Ασία. Επιπλέον πρόσφατη συμφωνία της Κίνας, αυξάνει την εισαγωγή πετρελαίου από την Βραζιλία στα 200.000 βαρέλια ημερησίως, προκαλώντας αντιδράσεις στο εσωτερικό των Η.Π.Α., με τον ισχυρισμό της υποσκάψεως της αμερικανικής στρατηγικής στην Λατινική Αμερική.

Οι αυξημένες ενεργειακές απαιτήσεις της Κίνας την έχουν μετατρέψει στην πλέον ενεργό δύναμη στην παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου. Πέραν της προσπάθειας αναπτύξεως παραγωγής φυσικού αερίου στο εσωτερικό της (έρευνα κοιτασμάτων, μεταφορά αερίου από δυτική επαρχία Ξινγιάνγκ στις ακτές, συμφωνία με Η.Π.Α. για παροχή σχετικής τεχνογνωσίας κ.λ.π.), η χώρα αυτή επεκτείνει την εισαγωγή υγροποιημένου φυσικού αερίου από την Αυστραλία, Μαλαισία, Παπούα Νέα Γουϊνέα και Κατάρ. Παράλληλα κατασκευάζεται αγωγός μήκους 1.139 μιλίων, ο οποίος θα συνδέει την Κινεζική δυτικότερη επαρχία Ξινγιάνγκ με τα πλούσια σε φυσικό αέριο κράτη της Κεντρικής Ασίας Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν, και Τουρκμενιστάν. Με τον τρόπο αυτό η Κίνα αποκτά πρόσβαση στα ίδια αποθέματα φυσικού αερίου τα οποία εκμεταλλεύονται έως τώρα, τόσο η Ρωσία, όσο και η Δύση (αγωγός Nabucco), με ότι αυτό συνεπάγεται μεσοπρόθεσμα σε γεωπολιτικό επίπεδο, για την ιδιαίτερα ασταθή αυτή περιοχή.

Οι ενεργειακοί δρόμοι της Κίνας στον χερσαίο ασιατικό χώρο (σύνδεση με Σιβηρία, σύνδεση με Κ. Ασία και από εκεί στην Μ. Ανατολή), φιλοδοξούν μεταξύ άλλων, να καταστήσουν την χώρα «Πανασιατική ενεργειακή γέφυρα» η οποία θα συνδέει τους ασιατικούς τόπους παραγωγής ενέργειας με τους αντιστοίχους μεγάλους ασιατικούς καταναλωτές (Κίνα, Ιαπωνία, Ν. Κορέα). Η επίτευξη της φιλοδοξίας αυτής θα αυξήσει την ενεργειακή κινεζική ασφάλεια και θα αυξήσει την γεωπολιτική επιρροή του Πεκίνου στην Ασία.

Η διαχείριση των υδάτων μεταξύ γειτονικών κρατών, ενέχει μεταξύ άλλων γεωπολιτική, ενεργειακή και στρατηγική διάσταση, αποτελεί δε μία από τις παραμέτρους ασφαλείας, καθώς και πιθανή αιτία δημιουργίας τριβών και κρίσεων. Η Κίνα διαθέτει 22.000 από τα 45.000 υφιστάμενα μεγάλα φράγματα παγκοσμίως. Οι έμπειρες κινεζικές εταιρείες έχουν αναλάβει την κατασκευή φραγμάτων τόσο σε γειτονικά κράτη όσο και ανά τον κόσμο (ΝΑ, Νότια και Κεντρική Ασία, Μ. Ανατολή, Αφρική, Κ. Αμερική και Ανατολική Ευρώπη). Η έλλειψη επαρκούς νομοθετικού πλαισίου σε πολλές περιοχές προκαλεί περιβαλλοντολογικά και κοινωνικά προβλήματα λόγω αντικανονικής κατασκευής φραγμάτων. Καθώς η ροή μεγάλων ποταμών όπως ο Μekong και ο Salween, μέσω γειτονικών κρατών, ελέγχεται από την Κίνα, σε συνδυασμό με την αναμενομένη γενική ελάττωση των υδατίνων πόρων, καθίσταται προφανές ότι η πολιτική των υδάτων στην ευρύτερη περιοχή της Κίνας θα αποτελέσει κρίσιμο σημείο πιέσεων και ασκήσεως επιρροής.

ΚΙΝΑ ΚΑΙ ΓΕΙΤΟΝΙΚΑ ΚΡΑΤΗ

Η παράλληλη ραγδαία άνοδος (οικονομική, στρατιωτική και τεχνολογική), δύο γειτονικών μεγάλων δυνάμεων, όπως η Κίνα και η Ινδία, με τεράστιους πληθυσμούς, κοινές σφαίρες επιρροής, κοινά σύνορα, διαφορετικών ιδεολογικών και κυβερνητικών δομών και με βεβαρυμένο παρελθόν συγκρούσεων και αμοιβαίων εδαφικών διεκδικήσεων, δημιουργεί ανησυχίες τόσο για το μέλλον της περιοχής, όσο και για την παγκόσμια σταθερότητα. Η Ινδία, όπως και η Κίνα, διατηρεί μεγάλους πληθυσμούς διασποράς στην Αφρική και έχει δεσμούς με την Μ. Ανατολή. Η οικονομική της άνοδος την καθιστά άμεσο ανταγωνιστή της Κίνας στην αναζήτηση φυσικών (κυρίως ενεργειακών) πόρων και η ναυτική της ισχύς αποβλέπει στην παρουσία και τον έλεγχο του Ινδικού ωκεανού από την ανατολική ακτή της Αφρικής έως τα στενά Malacca, περιοχή δηλαδή που επικαλύπτεται με αντίστοιχες επιδιώξεις της Κίνας. Είναι συνεπώς φυσικό επακόλουθο τόσο η σθεναρή υποστήριξη της Κίνας προς το Πακιστάν (υποστήριξη του πυρηνικού της προγράμματος, πολυδάπανα έργα υποδομής κ.λ.π.), όσο και η αμερικανική (ενδεχομένως και η Ρωσική) στήριξη της Ινδίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα του ανταγωνισμού των δύο χωρών για επιρροή στον Ινδικό ωκεανό αποτελεί το κράτος της Σρι Λάνκα, όπου η Ινδία κατασκευάζει σιδηροδρομικό δίκτυο στο βόρειο τμήμα, ενώ η Κίνα αναπτύσσει το λιμάνι Hambantota στο νότιο τμήμα της νήσου και κατασκευάζει επίσης μεγάλο αεροδρόμιο με χορηγία δανείου. Το λιμάνι αυτό θα αποτελέσει κύριο κρίκο ενός δικτύου παρομοίων έργων από την Βιρμανία έως το Πακιστάν, για επέκταση της κινεζικής επιρροής. Η Κίνα διαθέτει συγκριτικό πλεονέκτημα, καθ’ όσον η Σρι Λάνκα τηρεί στάση καχυποψίας προς τους Ινδούς οι οποίοι είναι φυλετικά συγγενείς με τους αποσχιστές αντάρτες Ταμίλ. Επιπλέον και παρά την ισχυρή ινδική επιρροή, η Κίνα αναπτύσσει οδικό δίκτυο στο Μπανγκλαντές το οποίο θα συνδέσει την Κίνα και την Βιρμανία με το Μπανγκλαντές και την ινδική υποήπειρο, ενώ στο Νεπάλ αναβαθμίζει τους δρόμους και τις συνδέσεις των συνόρων της προς την χώρα αυτή. Τέλος στο Αφγανιστάν η Κίνα έχει αγοράσει τα δικαιώματα εκμεταλλεύσεως των τεραστίων μεταλλείων χαλκού της χώρας αυτής, ενώ έχει κατακλύσει την αγορά της με φθηνά προϊόντα.

Επί του ζητήματος των πυρηνικών όπλων της Β. Κορέας (η χώρα αυτή απεσύρθη από την συνθήκη μη διαδόσεως των πυρηνικών το 2003), η Κίνα υποστηρίζει την θέση ότι η Β. Κορέα δεν πρέπει να κατέχει πυρηνικά όπλα και έχει αναλάβει συστηματικές διαμεσολαβητικές ενέργειες μεταξύ Η.Π.Α. και Β. Κορέας, προκειμένου να αποφευχθεί με κάθε τρόπο μία στρατιωτική αναμέτρηση. Βασικά κίνητρα της Κίνας για ειρηνική επίλυση του όλου θέματος αποτελούν η εύλογη επιθυμία της όπως μην υπάρξουν πολεμικές επιχειρήσεις στα σύνορά της (κοινά σύνορα με Β. Κορέα 880 μίλλια), η μη αλλαγή του ιδεολογικά προσκειμένου κυβερνητικού καθεστώτος της Β. Κορέας, η πρόληψη διαρροής πυρηνικού υλικού σε ανεπιθύμητα χέρια, η αποφυγή μεγάλου και ανεξέλεγκτου κύματος μεταναστών από την Β. Κορέα και η απρόσκοπτη περαιτέρω άνοδος της οικονομίας της.

Το Πεκίνο εξακολουθεί να εμμένει στην επιδίωξη ενοποιήσεως της χώρας με την Ταϊβάν, δίχως να αποκλείει την χρήση ισχύος για την επίτευξη του σκοπού αυτού. Επιπλέον επικαλούμενη κυριαρχικά της δικαιώματα (τα οποία εκτιμάται ότι συνοδεύονται και από ανάγκες αποκτήσεως φυσικών πόρων), η Κίνα διεκδικεί το μεγαλύτερο μέρος της Σινικής Νοτίου Θαλάσσης, συμπεριλαμβανομένων των νήσων Spratly και Paracel, ενισχύοντας την παρουσία της στην περιοχή αυτή.

Η ανοδική πορεία της Κίνας εντείνει τις σχέσεις ανταγωνισμού με την γειτονική της μεγάλη δύναμη της Ιαπωνίας. Ένα από τα σημεία τριβής τους αποτελεί το υπό ιαπωνικό έλεγχο νησιωτικό σύμπλεγμα Σενκάκου, ανατολικά της Κίνας, το οποίο διεκδικούν οι κινέζοι και το ονομάζουν Ντιαογιού. Η διεκδίκηση του συμπλέγματος συνδέεται με τον έλεγχο της ευρύτερης περιοχής σε μία θάλασσα πλούσια σε πετρέλαιο. Η πρόσφατη σύλληψη αλιευτικού κινεζικού σκάφους και του προσωπικού του από ιαπωνικά περιπολικά, στα ύδατα των νήσων Ντιαογιού, έχει επιδεινώσει τις σχέσεις των δύο χωρών. Επιπλέον η Κίνα η οποία αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα στο εσωτερικό της, υιοθετώντας μία πολιτική εναντιώσεως προς την Ιαπωνία τονώνει το πατριωτικό κινεζικό αίσθημα και την κοινωνική συνοχή, δεδομένης της εχθρικής συλλογικής μνήμης, λόγω της ιαπωνικής απάνθρωπης συμπεριφοράς κατά τον Β’ Π.Π..

Η Νότιος Κορέα διαθέτει σημαντική βιομηχανοποιημένη οικονομία και αποτελεί δυνητικό ανταγωνιστή της Κίνας ως προς τους Ρωσικούς φυσικούς πόρους. Η Ταϊβάν αποτελεί ένα ημιεχθρικό κράτος το οποίο ευρίσκεται ως αβύθιστο αεροπλανοφόρο κοντά στις κινεζικές ακτές, ενώ το Βιετνάμ στον Νότο έχει μακρά προϊστορία προστριβών με την Κίνα (εχθροπραξίες το 1979 -1980) και ο λιμένας της στον κόλπο Cam Ranh, που ελέγχει τις θαλάσσιες γραμμές ανεφοδιασμού της Κίνας από την Αφρική και την Μ. Ανατολή, αποτελεί άριστη ναυτική βάση για οιονδήποτε αντίπαλο αυτής. Τέλος η Αυστραλία, στενή σύμμαχος των Η.Π.Α., ελέγχει στρατηγικά σημεία των θαλασσίων γραμμών επικοινωνιών κινεζικού ενδιαφέροντος.

ΚΙΝΑ ΚΑΙ ΑΦΡΙΚΗ

Για την Κίνα η Αφρική αποτελεί εξαίρετη συμπληρωματική πηγή προμηθείας ενεργειακών και άλλων σημαντικών πρώτων υλών, πολύτιμο πολιτικό σύμμαχο στα διεθνή φόρα, καθώς και προνομιακό πεδίο για εμπορικές και επενδυτικές δραστηριότητες. Το Πεκίνο το οποίο διατηρεί διπλωματικές σχέσεις με 49 από τα 53 αφρικανικά κράτη, αντί του μοντέλου της Δυτικής εξωτερικής βοήθειας προς την Αφρική, έχει υιοθετήσει ευρείες επιχειρηματικές πρακτικές οι οποίες θεωρούνται από τους Αφρικανούς ως ευκαιρίες αναπτύξεως και ανταγωνιστικότητος στο πλαίσιο του διεθνούς οικονομικού περιβάλλοντος. Βασικό όργανο της κινεζικής διεισδύσεως στην Αφρική αποτελεί το Forum Σινο-Αφρικανικής συνεργασίας το οποίο από το 2000 πραγματοποιεί τακτικές διασκέψεις στις οποίες συμμετέχουν ο κινέζος Πρωθυπουργός και μεγάλος αριθμός αφρικανών ηγετών. Βάσει της αρχής της μη αναμίξεως στα εσωτερικά θέματα των κυριάρχων κρατών η Κίνα δεν θέτει προϋποθέσεις συνεργασίας (π.χ. ανθρώπινα δικαιώματα, αυταρχικά πολιτεύματα, παραβίαση περιβαλλοντικών και εργασιακών κανόνων κ.λ.π.), προκαλώντας έτσι τις επικρίσεις της Δύσεως η οποία αποτελεί ανταγωνιστή της στην αφρικανική Ήπειρο.

Η Κίνα έχει επενδύσει πολλά $ δις για την εξασφάλιση δικαιωμάτων γεωτρήσεων πετρελαίου στην Ανγκόλα, την Νιγηρία και το Σουδάν, καθώς και σε συμφωνίες εξερευνήσεως και εξορύξεως με το Τσάντ, Γκαμπόν, Μαυριτανία, Κένυα, Δημοκρατία του Κονγκό, Ισημερινή Γουϊνέα και Αιθιοπία. Επιπλέον έχει επενδύσει σε κοιτάσματα και βιομηχανίες χαλκού στην Ζάμπια και το Κονγκό, καθώς και σε ξυλεία στην Γκαμπόν, Καμερούν, Μοζαμβίκη, Ισημερινή Γουίνέα και Λιβερία.

Από το 2000 το Σινο-Αφρικανκό εμπόριο αυξάνεται ετησίως κατά 33.5% και έχει αυξηθεί από $ 55 δις το 2006 σε $ 140 δις το 2008 (4.5% του συνολικού κινεζικού εμπορίου), ενώ οι κινεζικές άμεσες επενδύσεις μεταξύ των ετών 2008 και 2009 αυξήθηκαν κατά 77%. Επιπλέον η Κίνα παρέσχε δάνειο $ 10 δις (Νοε. 2009) για την στήριξη αφρικανικών κρατών στα επόμενα τρία έτη. Οι κινεζικές εταιρείες δραστηριοποιούνται σε κατασκευές δρόμων, σιδηροδρόμων, σχολείων, εργοστασίων, συστημάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών, τηλεπικοινωνιών, παραγωγής ισχύος, κυβερνητικών κτιρίων, αθλητικών εγκαταστάσεων κ.λ.π., με μεγαλύτερη ευχέρεια από αντίστοιχες Δυτικές, λόγω των χαμηλοτέρων προσφορών αλλά και δεδομένων των αφρικανικών αποικιοκρατικών αναμνήσεων από την Δύση. Παράλληλα η Κίνα προμηθεύει αρκετά αφρικανικά κράτη με στρατιωτικό υλικό, στα πλαίσια σχετικών συμφωνιών (π.χ. μαχητικά αεροσκάφη, στρατιωτικά οχήματα, οπλικά συστήματα και όπλα στην Ζιμπάμπουε, το Σουδάν, την Αιθιοπία και άλλες στοχοποιημένες από την διεθνή κοινότητα χώρες).

Ειδικότερα στην τεράστια έκταση της υποσαχάριας Αφρικής (49 κράτη), με τα ανυπέρβλητα προβλήματα στην οικονομία, τις υποδομές, την πολιτική σταθερότητα, την φτώχεια, τις ασθένειες, την θνησιμότητα κ.λ.π., η Κίνα, κατά τα τελευταία έτη, αποτελεί τον πλέον επιθετικό επενδυτή και η εμπορική αυτή εισβολή σηματοδοτεί την σημαντικότερη εξέλιξη, στην περιοχή αυτή από την εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Παράλληλα οι κινέζοι κάτοικοι της Αφρικής που τώρα υπερβαίνουν το ένα εκατομμύριο, αυξάνονται διαρκώς στα πλαίσια της ολοένα μεγαλύτερης κινεζικής δραστηριοποιήσεως στην Ήπειρο αυτή.

Παρά τα υπαρκτά επί μέρους προβλήματα που δημιουργεί η κινεζική εμπορική ανάμιξη στην Αφρική (π.χ. κατά καιρούς προστριβές ιθαγενών με κινέζους Αφρικής, μαρασμός ορισμένων τοπικών βιομηχανιών και βιοτεχνιών από την εισαγωγή φθηνών κινεζικών προϊόντων κ.λ.π.), η συνολική αντιμετώπιση της Κίνας από τα αφρικανικά κράτη είναι θετική, δεδομένου ότι η ξεχασμένη μετά τον Ψυχρό Πόλεμο Αφρική, επανέρχεται στο προσκήνιο, μέσω της Κίνας, ως πηγή παροχής πρώτων υλών για την παγκόσμια οικονομία. Επιπλέον η κάποτε πτωχή και αποικιοκρατούμενη Κίνα που κατόρθωσε να μεταβληθεί σε ακμάζουσα οικονομία και εν δυνάμει υπερδύναμη, αποτελεί για τα αφρικανικά κράτη πηγή εμπνεύσεως στους ακόλουθους συνοπτικά τομείς: -

Όπως συνέβει στην Κίνα, η αφρικανική περιφερειακή ολοκλήρωση και επέκταση των εσωτερικών αγορών, θα επιφέρουν ανάπτυξη, καινοτομία και προσέλκυση ξένων αμέσων επενδύσεων. -

Η επένδυση σε υποδομές, επιταχύνει την οικονομική ανάπτυξη. Στον τομέα αυτό η Κίνα αποτελεί πρότυπο αλλά ταυτόχρονα υλοποιεί την δημιουργία των υποδομών αυτών. -

Οι αφρικανοί ηγέτες, μιμούμενοι το κινεζικό παράδειγμα, μέσω της Αφρικανικής Ενώσεως, επενδύουν στην μόρφωση και εκπαίδευση σε επιστήμες όπως τα μαθηματικά, η τεχνολογία, η μηχανολογία κ.λ.π.. Επιπλέον η Κίνα έχει αυξήσει την εισαγωγή αφρικανών σπουδαστών σε κινεζικά πανεπιστημιακά ιδρύματα και ταυτόχρονα εστιάζει την δράση της στην ενδυνάμωση της επιστημονικής υποδομής της αφρικανικής Ηπείρου. -

Μέσω του κινεζικού προτύπου σχέσεων μεταξύ οικονομικής αναπτύξεως και τρόπου διακυβερνήσεως, οι αφρικανοί ανακαλύπτουν ότι η Δυτική φιλελεύθερη πολυκομματική Δημοκρατία δεν αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη.

ΚΙΝΑ ΚΑΙ Μ. ΑΝΑΤΟΛΗ

Η Κίνα προσπαθεί να ασκήσει επιρροή στην πλούσια σε ενεργειακά αποθέματα και υψίστης στρατηγικής σημασίας περιοχή της Μέσης Ανατολής, αμφισβητώντας ευθέως την υφιστάμενη περιφερειακή επιρροή των Η.Π.Α. – Ισραήλ. Χάρις στον επί δεκαετίες διψήφιο ρυθμό αναπτύξεως καθώς και την επιτάχυνση του στρατιωτικού εκσυγχρονισμού της, η Κίνα σφυρηλατεί ισχυρούς δεσμούς με τοπικές δυνάμεις, προκειμένου να διαδραματίσει ενεργό ρόλο στην περιοχή αυτή.

Κύριο συνεργάτη της Κίνας στην περιοχή αποτελεί το Ιράν το οποίο η πρώτη στηρίζει στρατιωτικά και τεχνολογικά από την εποχή του πολέμου Ιράν – Ιράκ. Κατά την δεκαετία του 1990 το Ιράν ανασυγκροτήθηκε επιτυχώς στους τομείς της βιομηχανίας και οικονομίας, εκμεταλλευόμενο την σταδιακή αύξηση της τιμής του πετρελαίου. Οι πόλεμοι των Η.Π.Α. στο Ιράκ και Αφγανιστάν εξάλειψαν τις τοπικές απειλές για το Ιράν από Δυσμάς και Ανατολάς αντίστοιχα, αναβαθμίζοντας την στρατηγική του αξία. Ανεβάζοντας την ρητορική του κατά των πανίσχυρων δυνάμεων των Η.Π.Α. και του Ισραήλ και ευρισκόμενο σε διεθνή απομόνωση (λόγω του πυρηνικού του προγράμματος), το Ιράν επεδίωξε βαθύτερη συνεργασία με την ανερχόμενη Κίνα και αύξησε την τοπική του επιρροή στο Ιράκ, Λίβανο, κατεχόμενη Παλαιστίνη, Συρία και εν μέρει στο Αφγανιστάν. Δεν αποτελεί έκπληξη η ισχυροποίηση των δεσμών Κίνας – Ιράν, δεδομένου ότι το Ιράν είναι η δεύτερη παγκοσμίως χώρα σε αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς επίσης και μία παραδοσιακή περιφερειακή δύναμη με σημαντικό δίκτυο συμμαχιών και προσβάσεων σε ολόκληρη την περιοχή. Για την Κίνα το Ιράν αντιπροσωπεύει το αντίπαλο δέος των συμμαχικών με τις Η.Π.Α. κρατών της περιοχής, καθώς και ιδανικό γεωγραφικό σημείο αναπτύξεως ναυτικής παρουσίας στον Περσικό Κόλπο δια του οποίου διακινείται το 40% της παγκοσμίου ενεργείας. Στο πλαίσιο αυτό η Κίνα σαμποτάρει ή τροποποιεί ευνοϊκά τις εκάστοτε προθέσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, για λήψη αυστηρών μέτρων κατά του Ιράν, αυξάνει τις εμπορικές της επενδύσεις στην χώρα αυτή (κύριος ενεργειακός επενδυτής με $ 120 δις, αύξηση εμπορικών συναλλαγών κατά 35% το 2008 σε ύψος $ 27 δις και επιπλέον ενεργειακές επενδύσεις κατά το 2009 υπερβαίνουσες τα $ 8 δις).

Η Κίνα εκμεταλλεύθηκε το ανερχόμενο αντιαμερικανικό πνεύμα των τελευταίων ετών στην Μ. Ανατολή, προκειμένου να επεκτείνει τους δεσμούς της με τις περιφερειακές δυνάμεις της περιοχής συμπεριλαμβανομένων και των παραδοσιακών συμμάχων των Η.Π.Α., Αιγύπτου και Σαουδικής Αραβίας. Τα μεγαλύτερα παγκοσμίως ενεργειακά αποθέματα της Σαουδικής Αραβίας είναι ζωτικά για τα μακροπρόθεσμα οικονομικά κινεζικά συμφέροντα. Η Σαουδική Αραβία αποτελεί τον μεγαλύτερο προμηθευτή πετρελαίου της Κίνας (έπονται η Αγκόλα και το Ιράν), ενώ για τους Σαουδάραβες η Κίνα αποτελεί την μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά. Οι υψηλού επιπέδου συστηματικές διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών, είχαν σαν αποτέλεσμα την άνοδο των εμπορικών συναλλαγών από το ποσό των $290 εκατ. το 1990, στο ποσό των $41.8 δις το 2008. Κατά το 2009, 70 κινεζικές κατασκευαστικές εταιρείες δραστηριοποιούντο στην Σ. Αραβία, ενώ από το 2007 κινεζικές εταιρείες υπέγραψαν συμβόλαια άνω των $2 δις σε έργα μη σχετιζόμενα με την ενέργεια.

Η Αίγυπτος του Προέδρου Μουμπάρακ αποτελεί κύριο σύμμαχο των Η.Π.Α. (λαμβάνει την μεγαλύτερη αμερικανική στρατιωτική βοήθεια στην περιοχή μετά το Ισραήλ) και την μεγαλύτερη αραβική στρατιωτική δύναμη. Ενώ θα ανεμένετο ελάχιστη σχέση της χώρας αυτής με την Κίνα, οι μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές ανήλθαν στα $6.2 δις και κατά το 2010 η Κίνα κατέστει ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Αιγύπτου. Οι στρατιωτικοί δεσμοί μεταξύ των δύο χωρών έχουν επίσης αναβαθμισθεί πρόσφατα αφού εκτιμάται ότι η Αίγυπτος αποβλέπει σε μία στρατηγική συνεργασία με την Κίνα η οποία θα της εξασφαλίσει στρατιωτική αυτονομία. Η Αίγυπτος έχει αναγγείλει τα σχέδιά της όπως εντός του 2010 υλοποιήσει την συμπαραγωγή συγχρόνου μαχητικού αεροσκάφους με την Κίνα, στα πλαίσια του κινεζοπακιστανικού project “thunder combat aircraft JF – 17”.

Από την δεκαετία του 1980 και έως το τέλος του 20ου αιώνος, το Ισραήλ παρείχε στην Κίνα ευαίσθητη/υψηλή τεχνολογία ύψους $ 4 δις, η οποία βοήθησε σημαντικά την τελευταία να προβεί σε εκσυγχρονισμό του σοβιετικής τεχνολογίας στρατιωτικού υλικού της, εισάγοντας έτσι και αμερικανική τεχνολογία. Η αναβάθμιση των σχέσεων της Κίνας με Συρία και Ιράν και η πίεση των Η.Π.Α. προς το Ισραήλ, χειροτέρευσαν τις κινεζοϊσραηλιτικές σχέσεις. Στο πλαίσιο αυτό κατά τα τελευταία έτη ισραηλίτες αξιωματούχοι πραγματοποιούν διπλωματικές και πολιτιστικές επισκέψεις στην Ταϊβάν, ενώ από τα ισραηλινά Μ.Μ.Ε αναγνωρίζεται η εθνική κυριαρχία της χώρας αυτής. Από τον Deng Xiaoping και εντεύθεν η Κίνα αντιμετωπίζει πλέον ρεαλιστικά το μεσανατολικό, δίδοντας έμφαση στην συνύπαρξη, την αναγνώριση του κράτους του Ισραήλ από τους Άραβες και την απόσυρση των Ισραηλινών από τα κατακτημένα εδάφη, με εγγυήσεις ασφαλείας εκ μέρους των Αράβων.

Αν και η Κίνα αποτελεί μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας, δεν συμμετέχει στο κουαρτέτο της Μέσης Ανατολής (Η.Π.Α., Ε.Ε., Ρωσσία, ΟΗΕ). Τέλος αν και η Κίνα δεικνύει τάσεις συμπάθειας προς την Χαμάς, την Χεσμπολά και άλλες ομάδες αντιστάσεως στην περιοχή, καταδικάζει την τρομοκρατία ως μέσο επιτεύξεως πολιτικών αντικειμενικών σκοπών.

ΚΙΝΑ - ΡΩΣΙΑ - ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ

Από την κατάρρευση της Ε.Σ.Σ.Δ. έως σήμερα, παρατηρείται εντυπωσιακή εξομάλυνση των σχέσεων Κίνας και Ρωσίας η οποία εγγίζει τα όρια στρατηγικής συγκλίσεως. Αρκετές προϋποθέσεις της συνεργασίας αυτής πληρούνται, δεδομένου ότι αμφότερες αντιτίθενται στην αμερικανική επέκταση στην Ευρασία, η Ρωσία είναι από τις μεγαλύτερες παραγωγούς χώρες σε πρώτες ύλες (υδρογονάνθρακες, βιομηχανικά ορυκτά, είδη διατροφής) και η Κίνα αποτελεί χώρα με τεράστιες καταναλωτικές ανάγκες, τα άμεσα σύνορα μεταξύ τους προσφέρονται για εκτεταμένες εμπορικές δραστηριότητες και ασφαλείς μεταφορές, οι δύο χώρες δεν είναι άμεσα ανταγωνιστικές (η Ρωσία βασίζεται κυρίως στην εξαγωγή πρώτων υλών, σε αντίθεση με την Κίνα που εξάγει κυρίως φθηνά μηχανικά, ηλεκτρικά, ηλεκτρονικά και μεταποιητικά εμπορικά προϊόντα), ενώ αμφότερες έχουν συμβατές απόψεις για σειρά θεμάτων όπως τα αποσχιστικά κινήματα, η τρομοκρατία, ο ισλαμισμός, ο εκδημοκρατισμός, οι αστικές ελευθερίες και η σταθερότητα. Μερικές από τις σχετικές ενδείξεις της στρατηγικής αυτής συγκλίσεως, έχουν ως εξής: -

Διακανονισμός, μέσω συμφωνιών, των εδαφικών διασυνοριακών διαφορών τους. -

Ίδρυση του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης (SCO), το 2001, με κινεζική πρωτοβουλία (μέλη του η Κίνα, Ρωσία, Καζακστάν, Ουζμπεκιστάν, Τατζικιστάν, Κιργιστάν, με παρατηρητές το Ιράν, Πακιστάν, Ινδία, Μονγκολία), ως αντίβαρο στην αμερικανική διείσδυση στην Κ. Ασία και το Αφγανιστάν. Στο πλαίσιο αυτό ο Κος Πούτιν έχει προτείνει την δημιουργία ενός ενεργειακού «club», μεταξύ των μελών του Οργανισμού, καθώς και αύξηση των ρωσικών εξαγωγών υδρογονανθράκων προς την Α. Ασία και Ειρηνικό, από το 3% σήμερα στο 1/3 των συνολικών εξαγωγών το 2020. -

Διενέργεια κοινών στρατιωτικών ασκήσεων, στα πλαίσια του Οργανισμού Συνεργασίας της Σανγκάης. -

Διακήρυξη του νέου ρωσικού Δόγματος, του 2008, περί αρνητικής στάσεως της χώρας στην προς ανατολάς επέκταση του ΝΑΤΟ καθώς και περί της προθέσεως επεκτάσεως της στρατηγικής συνεργασίας με την Κίνα σε όλους τους τομείς. Επιπλέον το ρωσικό Δόγμα προτρέπει σε σχηματισμό τριγώνου συνεργασίας Ρωσίας – Ινδίας – Κίνας (για να αντισταθμίσει την αμερικανική προσπάθεια στρατηγικής συμμαχίας με το Νέο Δελχί). -

Αποφασιστική εναντίωση Ρωσίας και Κίνας, στην αμερικανική πρόθεση αναπτύξεως αντιπυραυλικής ασπίδος στην Α. Ευρώπη και την Ιαπωνία, καθώς και κοινή αρνητική στάση στην επιβολή σκληρών μέτρων κατά του Ιράν. -

Η Ρωσία αποτελεί τον κυριότερο προμηθευτή στρατιωτικού υλικού της Κίνας προς την οποία κατευθύνεται το μεγαλύτερο ποσοστό των ρωσικών στρατιωτικών εξαγωγών. Επιπλέον η Ρωσία παρέχει στην Κίνα πυρηνική και διαστημική τεχνολογία. -

Αύξηση συνεργασίας στον ενεργειακό και εμπορικό τομέα (Υπογραφή 12 συμφωνιών το 2009 σε θέματα διαθέσεως και μεταφοράς φυσικού αερίου και πετρελαίου, μεταφορών, διαστήματος, πυρηνικής ενέργειας, αμοιβαίας ειδοποιήσεως περί εκτοξεύσεως βαλλιστικών πυραύλων από τρίτους και τελωνειακών διευκολύνσεων, εκπαιδεύσεως, πολιτισμού, αθλητισμού και τουρισμού. Το εμπόριο μεταξύ τους, κατά την περίοδο από Ιανουάριο έως Σεπτέμβριο 2010, αυξήθηκε κατά 56%, φθάνοντας στο ποσό των $42 δις). -

Συναπόφαση των δύο χωρών, όπως αποβάλλουν το δολλάριο από τις μεταξύ τους εμπορικές συναλλαγές.

Η προσέγγιση των δύο χωρών εκτιμάται ότι αποσκοπεί στην στρατηγικού επιπέδου συνεργασία τους, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την αυξανόμενη πίεση των Η.Π.Α. και του ΝΑΤΟ στην Ευρασία. Γεννάται εν τούτοις το ερώτημα κατά πόσον οι σχέσεις αυτές βασίζονται σε σταθερά και ασφαλή θεμέλια ή απλώς πρόκειται για προσωρινή σύγκλιση σκοπιμότητος, η οποία μελλοντικά θα μετατραπεί σε σχέση συγκρουσιακού χαρακτήρος.

Παρά τις τρέχουσες στενές Σινορωσικές σχέσεις, ουδείς δύναται να αποκλείσει μελλοντική ρήξη, εάν τα εθνικά συμφέροντα των δύο χωρών το επιβάλλουν. Το Πεκίνο διαμαρτύρεται κατά καιρούς προς στην Μόσχα, για την τακτική της να πωλεί στην Ινδία πολεμικό υλικό υψηλοτέρας τεχνολογίας από το αντίστοιχο προς την Κίνα (υποψία χρησιμοποιήσεως της Ινδίας ως αντίβαρο της ανερχομένης Κίνας). Η κινεζική οικονομική και ενεργειακή διείσδυση στην Κ. Ασία, η οποία συμπεριλαμβάνεται στην παραδοσιακή ρωσική σφαίρα επιρροής, ενδεχομένως να εκλαμβάνεται από την Μόσχα, ως απειλή κατά ζωτικών συμφερόντων της. Ενώ τυπικά δεν υπάρχουν πλέον αμοιβαίες εδαφικές διεκδικήσεις, δεν λείπουν οι εκατέρωθεν εθνικιστικές φωνές περί του αντιθέτου, ενώ το βεβαρυμένο παρελθόν στον τομέα αυτό ρίχνει βαρειά την σκιά του. Εξ άλλου η πραγματικότητα των 110 εκ. κινέζων κατοίκων στα βόρεια σύνορα της αναπτυσσομένης Κίνας, σε σχέση με τα 7 εκ. Ρώσων κατοίκων στην αχανή Σιβηρία σε συνδυασμό με την διαρκώς αυξανομένη οικονομική και πληθυσμιακή κινεζική διείσδυση στην περιοχή αυτή, δημιουργεί εύλογες ανησυχίες στην Μόσχα. Σημείο τριβής θα αποτελέσουν ασφαλώς, τόσο οι ενεργειακοί όσο και οι υδάτινοι πόροι. Την σχέση των δύο χωρών στο μέλλον είναι ενδεχόμενο να καθορίσουν, πέραν των εξωτερικών γεωπολιτικών μεταβολών και οι πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στο εσωτερικό τους.

Ο Οργανισμός Συνεργασίας της Σανγκάης, εκτός από τον αντιαμερικανικό του χαρακτήρα, αποτελεί όχημα για την επέκταση της κινεζικής επιρροής στην Κ. Ασία, δεδομένου ότι τυχόν εκτεταμένες κινεζικές διμερείς συμφωνίες στην περιοχή αυτή θα δημιουργούσαν φόβους και καχυποψία, τόσο στα τοπικά κράτη, όσο και σε Μεγάλες δυνάμεις όπως η Ρωσία και οι Η.Π.Α.. Για τον λόγο αυτό εκτιμάται ότι η ρωσικής εμπνεύσεως δημιουργία του Οργανισμού Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας (CSTO), επίσης αντιαμερικανικού χαρακτήρος (ίδρυση το 2002), στον οποίο η Κίνα δεν συμμετέχει, αποτελεί την ρωσική απάντηση στον ανταγωνισμό επιρροής στην Κ. Ασία (μέλη του Οργανισμού αυτού είναι η Ρωσία, Αρμενία, Λευκορωσία, Καζακστάν, Κιργιστάν, Τατζικιστάν και Ουζμπεκιστάν).

Κύριοι ανταγωνιστές σε πολιτικό, οικονομικό και στρατιωτικό επίπεδο, στην Κεντρική Ασία (ενεργειακοί πόροι και οδοί μεταφοράς), είναι οι Η.Π.Α., η Ρωσία και η Κίνα, ενώ πολλοί πιστεύουν ότι ο τελικός νικητής θα αποτελέσει την μεγάλη δύναμη του 21ου αιώνος. Σε κάθε περίπτωση η πλέον δυσμενής εξέλιξη για την Δύση θα ήταν η μετατροπή της τρεχούσης στρατηγικής συγκλίσεως Πεκίνου και Μόσχας, σε αντιδυτική συμμαχία (μικρές πιθανότητες για το εγγύς μέλλον, δεδομένου ότι επί του παρόντος η ανάπτυξη αμφοτέρων βασίζεται στις Δυτικές αγορές).

ΚΙΝΑ ΚΑΙ ΗΠΑ

Η οξύμορη σχέση Η.Π.Α. και Κίνας εντοπίζεται στο γεγονός του ανερχομένου ανταγωνισμού τους, ενώ συγχρόνως υφίσταται στενή οικονομική αλληλεξάρτηση. Οι Η.Π.Α. πιέζουν την Κίνα να επανεκτιμήσει την τιμή του νομίσματός της (yuan), προκειμένου να ανέλθει η τιμή των κινεζικών εξαγωγών, ενώ η Κίνα η οποία επιδιώκει την διατήρηση και περαιτέρω αύξηση των εξαγωγών της, δεν ανταποκρίνεται στην αμερικανική πίεση. Παράλληλα μεγάλα κινεζικά κεφάλαια επενδύονται στις Η.Π.Α. και κατά τον τρόπο αυτό χρηματοδοτούν το μεγάλο αμερικανικό χρέος. Συνεπώς εκτιμάται ότι για το ορατό μέλλον δεν αναμένεται διαζύγιο στις σινο – αμερικανικές σχέσεις.

Ο στρατιωτικός ανταγωνισμός των δύο χωρών, πέραν του επιπέδου του πολιτικού συσχετισμού ισχύος, αφορά κυρίως μία δυνητική αναμέτρηση στην περιοχή της Νοτίου Σινικής Θαλάσσης, από τους διαύλους της οποίας διέρχεται το ένα τρίτο του παγκοσμίου θαλασσίου εμπορίου και το 50% των υδρογονανθράκων που προορίζονται για την Ιαπωνία, την κορεατική χερσόνησο και την βορειοανατολική Κίνα. Η θάλασσα αυτή παρέχει στην Κίνα πρόσβαση στον Ινδικό ωκεανό, μέσω των στενών Malacca και συνεπώς προς ολόκληρο το ισλαμικό τόξο από την Ανατολική Αφρική έως την Νοτιοανατολική Ασία. Οι Η.Π.Α. θεωρούν την Νότια Σινική Θάλασσα ως διεθνές πέρασμα, ενώ η Κίνα την κατατάσσει στα ύψιστα ζωτικά της συμφέροντα. Όπως οι Η.Π.Α. θεωρούν προϋπόθεση κυριαρχίας στην Καραϊβική, τον έλεγχο της διώρυγος του Παναμά, έτσι και η Κίνα επιδιώκει όπως μέσω του ελέγχου της Σινικής Θαλάσσης, επικρατήσει στο μεγαλύτερο μέρος του Ανατολικού Ημισφαιρίου.

Η παγκοσμίου εμβελείας άνοδος της Κίνας και η ενεργός σταδιακή ανάμιξή της σε περιοχές ζωτικής σημασίας, ωθούν τις Η.Π.Α. να την αντιμετωπίζουν περισσότερο ως στρατηγικό ανταγωνιστή, παρά ως στρατηγικό συνεργάτη, ανησυχούν δε ιδιαίτερα για την αυξανομένη επιρροή της στην Μ. Ανατολή και για τις κινεζικές προμήθειες βαλλιστικών πυραύλων, προς τους τοπικούς της συμμάχους. Η Κίνα αντιτίθεται στην στρατιωτική επέκταση των Η.Π.Α. στον Περσικό Κόλπο μέσω των επεμβάσεων σε Αφγανιστάν και Ιράκ, περιγράφοντας τις Η.Π.Α. ως πηγή αποσταθεροποιήσεως για την περιοχή, ενώ παράλληλα ασκεί κριτική για τα αμερικανικά μέτρα απομονώσεως του Σουδάν, βάσει των κατηγοριών περί γενοκτονίας, αντιπροτείνοντας ειρηνική επίλυση του θέματος.

Οι Η.Π.Α. πληρώνουν το βαρύ τίμημα της υπερδυνάμεως με αίμα και χρήμα, προκειμένου να ελέγξουν περιοχές ενδιαφέροντος όπως η Μ. Ανατολή (παλαιστινιακό, Ιράκ, Αφγανιστάν κ.λ.π.) και να προστατεύσουν την ασφαλή διακίνηση αγαθών μέσω των θαλασσίων γραμμών επικοινωνιών, με τον ισχυρό αλλά πολυδάπανο στόλο τους. Αντιθέτως η Κίνα επεκτείνει ανέξοδα τις επενδύσεις, το εμπόριο και τις στρατιωτικές της σχέσεις με περιφερειακές δυνάμεις του ενδιαφέροντός της, αλλάζοντας έτσι σταδιακά την ισορροπία δυνάμεων. Επί παραδείγματι εκμεταλλεύεται την σχετική σταθερότητα της Κ. Ασίας και του Αφγανιστάν για να προσυπογράφει συμφωνίες τρισεκατομμυρίων δολλαρίων, στις περιοχές αυτές (αγωγοί, οδικά δίκτυα, αφγανικός ορυκτός πλούτος, ενέργεια κ.λ..π), ενώ παράλληλα διακινεί θαλασσίως τα προϊόντα της και ανεφοδιάζεται ασφαλώς, δίχως να μετέχει αναλογικά στις σχετικές δαπάνες ασφαλείας και ενώ οι Η.Π.Α. αναζητούν τρόπους εξόδου από το Αφγανιστάν η Κίνα εγκαθίσταται εκεί (προς το παρόν εμπορικά).

ΚΙΝΑ ΚΑΙ ΕΥΡΩΠΗ

Η σύναψη διπλωματικών σχέσεων μεταξύ Ε.Ε. και Κίνας έλαβε χώρα το 1975. Μετά τα γεγονότα του 1989 στην Κίνα, με αποκορύφωμα την βίαιη στρατιωτική επέμβαση κατά αόπλων διαδηλωτών στην πλατεία Τιανανμέν, η Ε.Ε. επέβαλε σειρά οικονομικών μέτρων κατά της χώρας αυτής, καθώς και στρατιωτικό εμπάργκο το οποίο συνεχίζεται έως σήμερα, με την ενθάρρυνση ή και την πίεση των Η.Π.Α..

Το πρόσφατο άνοιγμα της Κίνας στον κόσμο αποτελεί για την Ε.Ε. μία πρόκληση, ενώ η παγκοσμίου εμβελείας ανάπτυξη της χώρας αυτής, επιβάλλει την εκ των πραγμάτων πολιτική και εμπορική συνεργασία. Είναι γεγονός ότι μεγάλος αριθμός ευρωπαϊκών ιδιωτικών επιχειρήσεων, καθώς και μεμονωμένων ευρωπαϊκών κρατών μελών, δραστηριοποιούνται εμπορικά και επενδυτικά στην Κίνα. Παρά τα φιλόδοξα ευρωπαϊκά σχέδια για μία ολοκληρωμένη και θεσμοθετημένη εξωτερική πολιτική προς το Πεκίνο (προσπάθεια στρατηγικής συνεργασίας που άρχισε από το 2003 με την έκδοση κοινού White Paper και συνεχίσθηκε το 2006, 2007 και 2009, με σειρά συμφωνιών συνεργασίας και συζητήσεων επί διεθνών θεμάτων), τόσο η έλλειψη ευρωπαϊκής συνοχής (μη ενιαία εξωτερική πολιτική), όσο και η αμερικανική επίδραση αποτελούν ανασταλτικούς παράγοντες στην εφαρμογή τους. Μία ενδεχόμενη θετική τριγωνική σχέση Ε.Ε. – Η.Π.Α. – Κίνας, θα απαιτούσε κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, καθώς και την ευρωπαϊκή βούληση να διαδραματίσει στρατηγικό ρόλο στις παγκόσμιες υποθέσεις. Κατά συνέπεια η εμβάθυνση της Ευρώπης αποτελεί ταυτόχρονα, πρόκληση, προϋπόθεση και ίσως την ιστορική της ευκαιρία.

Οι πρόσφατες Κινεζικές οικονομικές και εμπορικές επενδύσεις στην προβληματική περιφέρεια της ευρωζώνης, αποτελούν ενδείξεις της μακροπρόθεσμης κινεζικής στρατηγικής, η οποία αξιοποιεί καταλλήλως το χρηματικό πλεόνασμα της χώρας αυτής, προκειμένου να αποκτήσει γεωπολιτική ισχύ, να κερδίσει νέους συνεργάτες και να δημιουργήσει προϋποθέσεις διεισδύσεως στην καρδιά της Ευρώπης. Μεταξύ άλλων η Κίνα επιδιώκει την μείωση των περιορισμών για την εισαγωγή προϊόντων της στην μεγάλη ευρωπαϊκή αγορά, την μείωση των ευρωπαϊκών επιθέσεων κατά του υποτιμημένου κινεζικού νομίσματος (γουάν), καθώς και την ευρωπαϊκή στήριξη στα διεθνή φόρα (π.χ. G-20, Δ.Ν.Τ. κ.λ.π.).

Η Ε.Ε. αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο και την μεγαλύτερη εξαγωγική αγορά της Κίνας, ενώ η τελευταία αποτελεί για την Ε.Ε. τον 2ο παγκοσμίως εμπορικό συνεργάτη, μετά τις Η.Π.Α. και την μεγαλύτερη πηγή εισαγωγών. Παράλληλα η Ευρώπη πιέζει την Κίνα να σέβεται θεσμούς όπως τα δικαιώματα της πνευματικής ιδιοκτησίας και τις υποχρεώσεις του Παγκοσμίου Οργανισμού Εμπορίου. Ενδεικτικά επισημαίνεται ότι κατά το 2009, οι εισαγωγές στην Ε.Ε. από την Κίνα έφθασαν τα 214.7 δις €, ενώ οι ευρωπαϊκές εξαγωγές στην χώρα αυτή ανήλθαν στα 81.6 δις €, οι παρασχεθείσες εμπορικές υπηρεσίες (μη κυβερνητικές) στην Ε.Ε. από την Κίνα έφθασαν τα 13.1 δις € ενώ αντιστρόφως οι ευρωπαϊκές υπηρεσίες στην Κίνα ανήλθαν στα 18.0 δις€ και τέλος τα κινεζικά κεφάλαια αμέσων επενδύσεων στην Ε.Ε. ανήλθαν στο ποσό των 13.9 δις €, ενώ των ευρωπαϊκών στην Κίνα έφθασαν τα 47.3 δις €. Με τα προγράμματα Country Strategy Paper (CSP) για την περίοδο 2007-2013 και Multi-Annual Indicative Programme (MIP) για την περίοδο 2007-2010 η Ε.Ε. στηρίζει την Ευρω-Σινική συνεργασία με 224 εκ. €, στους τομείς εμπορίου, κοινωνικής ανάπτυξης και μεταρρυθμίσεων, κλιματικής αλλαγής, περιβάλλοντος και ενέργειας. Η τελευταία Ευρω-Σινική συνάντηση έλαβε χώρα στις Βρυξέλλες την 6η Οκτωβρίου 2010.

Εντός της κινεζικής κυβερνώσας ελίτ υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις μεταξύ εθνικιστών που στηρίζουν την μονομερή ισχυροποίηση της Κίνας και την αρχή της ισορροπίας δυνάμεων στο διεθνές σύστημα και των φιλελευθέρων διεθνιστών οι οποίοι στηρίζουν την πολυδιάστατη εξωτερική κινεζική πολιτική και την πλήρη ένταξή της στους διεθνείς κανόνες και θεσμούς. Η Ε.Ε. η οποία δεν αποτελεί στρατηγικό ανταγωνιστή της Κίνας όπως οι Η.Π.Α., προσπαθεί να επηρεάσει τις εσωτερικές συγκρουόμενες απόψεις, υπέρ των φιλελευθέρων διεθνιστών, με στρατηγική συνεργασία εστιασμένη σε θέματα όπως η κλιματική αλλαγή, η μη διάδοση πυρηνικών όπλων, η συνεργασία στην Αφρική και η διατήρηση ενός ανοικτού παγκοσμίου εμπορικού συστήματος.

ΚΙΝΕΖΙΚΗ ΕΘΝΙΚΗ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ

Ένα μείζον θέμα, με στρατηγικές διαστάσεις, που απασχολεί κατά τα τελευταία έτη την πολιτική και ακαδημαϊκή κοινότητα της Κίνας, είναι ο τρόπος με τον οποίο είναι δυνατή η μετατροπή της οικονομικής κινεζικής ισχύος σε διαρκή και παγκόσμια πολιτική και πολιτιστική επιρροή. Με διαφορετική διατύπωση αναζητείται απάντηση στο ερώτημα « Πως θα μπορούσε η Κίνα να διοικήσει τον (μεταδυτικό) κόσμο;». Η επίσημη απάντηση στο ερώτημα αυτό (διατυπώθηκε για πρώτη φορά το 2005 στον Ο.Η.Ε. από τον Πρόεδρο Hu Jintao) είναι ότι η Κίνα καθοδηγείται από το όραμα δημιουργίας ενός «αρμονικού κόσμου». Πέραν της θέσεως αυτής υπάρχει μία ημιεπίσημη περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα πρέπει η Κίνα να ανταγωνισθεί στο διεθνές περιβάλλον ώστε να καταστεί η μεγαλύτερη δύναμη στον κόσμο, καθώς και μία ανεπίσημη, ουτοπική άποψη (κινέζων θεωρητικών), περί παγκοσμίου κοινωνίας.

Η επίσημη κινεζική άποψη περί «αρμονικού κόσμου», αν και δεν αναλύει τον τρόπο εναρμονίσεως (δηλ. πως θα μειωθεί το χάσμα πλουσίων και πτωχών χωρών και πως θα εξομαλυνθούν οι διακρατικές εντάσεις), διαιρεί τον κόσμο σε πολιτισμούς υπό την ηγεσία αντιστοίχων Μ. Δυνάμεων (πολυπολικό σύστημα), οι οποίοι δύνανται να έχουν διαφορετικά κοινωνικά συστήματα.

Σε αντίθεση με την επίσημη άποψη, μία ομάδα θεωρητικών με κύριο εκπρόσωπο τον Zhao Tingyang (The Tianxia System: The Philosophy for the World Institution, 2005), στηρίζει την άποψη ότι η Κινεζική κουλτούρα πρέπει να λάβει παγκόσμιες διαστάσεις, προκειμένου να σχηματισθεί μία ειρηνική, ασφαλής, γενναιόδωρη και μη εγωϊστική παγκόσμια ενότητα σε γεωγραφικό, ψυχολογικό και θεσμικό επίπεδο (σε αντίθεση με την Δυτική βίαιη, καταπιεστική και χαώδη ηγεμονία ανά τον κόσμο).

Ο ρεαλιστής καθηγητής του Πανεπιστημίου Εθνικής Άμυνας Liu Mingfu (The China’s Dream: The Great Power Thinking and Strategic Positioning of China in the Post – American Age, 2010), υποστηρίζει ότι η οικονομική άνοδος της Κίνας απαιτείται όπως συμπληρωθεί με αντίστοιχη στρατιωτική άνοδο, εάν φιλοδοξεί να αμφισβητήσει την αμερικανική ηγεμονία. Η αύξηση της στρατιωτικής ισχύος, κατά τον Liu Mingfu, αποτρέπει την χρήση βίας από τις Η.Π.Α. και εξασφαλίζει την ειρηνική άνοδο της χώρας, ενώ ο υφιστάμενος διεθνής διακρατικός ανταγωνισμός, τον οποίο αποδέχεται, ισοδυναμεί με παιγνίδι μηδενικού αθροίσματος.

Η γεωγραφία της Κίνας αποτελεί παράμετρο γεωπολιτικής αδυναμίας αφού την εξαναγκάζει σε εξάρτηση από την θάλασσα για τον ανεφοδιασμό της με ενεργειακούς βιομηχανικούς και διατροφικούς πόρους, ενώ παράλληλα την περικλείει από αριθμό γειτονικών κρατών (Ιαπωνία, Ινδία, Ν. Κορέα, Ταϊβάν, Βιετνάμ, Αυστραλία) τα οποία δυνητικά θα μπορούσαν να παρεμποδίσουν την πρόσβασή της στους πόρους αυτούς (κυρίως υπό την συμμαχία μίας μεγάλης δυνάμεως όπως των Η.Π.Α.).

Η ενέργεια και οι πηγές αυτής εκτιμάται ότι θα καθορίσουν κυρίως την εξωτερική πολιτική της Κίνας. Η εξυπηρέτηση των ζωτικών κινεζικών συμφερόντων φαίνεται ότι περνά μέσω των ωκεανών. Κατά τα τελευταία 20 έτη η χώρα αυτή αποτελεί μείζονα εξαγωγική δύναμη και παράλληλα το μεγαλύτερο ποσοστό των εισαγομένων υδρογονανθράκων εισέρχεται δια θαλάσσης, γεγονός το οποίο της επιβάλλει την προσπάθεια ελέγχου των διεθνών θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας. Επί του παρόντος, εν τούτοις, όχι μόνο δεν τις ελέγχει αλλά και αυτή η περιοχή των ακτογραμμών της ελέγχεται από τον 7ο στόλο των Η.Π.Α.. Η συγκρότηση αξιόμαχου στόλου παγκοσμίου εμβελείας και κυρίως επιθετικής ναυτικής νοοτροπίας μεγάλης δυνάμεως, ικανής να αντιπαρατεθεί στην αμερικανική ναυτική ισχύ απέχει τουλάχιστον μία γενεά από την πραγματικότητα. Κατά συνέπεια ακόμη και οι εκάστοτε κινεζικές απειλές περί στρατιωτικής επεμβάσεως στην Ταϊβάν κρίνονται προς το παρόν ως μη ρεαλιστικές (η εκτίμηση περιορίζεται σε συμβατική αναμέτρηση). Στην καλύτερη περίπτωση στα επόμενα έτη, η Κίνα είναι δυνατόν, δίχως να αποκτήσει η ίδια τον θαλάσσιο έλεγχο της περιοχής της, να αμφισβητήσει τον αντίστοιχο τοπικό αμερικανικό θαλάσσιο έλεγχο.

Ένα άλλο ζήτημα επιπέδου εθνικής στρατηγικής αφορά το εσωτερικό της Κίνας του οποίου η σημαντική γεωγραφική, εθνολογική και οικονομική διαφοροποίηση προκαλεί προβλήματα εσωτερικού ελέγχου της χώρας. Τα εκάστοτε προβλήματα τα προερχόμενα από τις εθνολογικά διαφορετικές περιοχές του Ξινγιάγκ, του Θιβέτ και της Μαντζουρίας θεωρούνται μικρότερα σε σχέση με την μείζονα εσωτερική πρόκληση του γεωπολιτικού διλήμματος μεταξύ της τεράστιας ορεινής ενδοχώρας και της περιοχής των ακτογραμμών. Η αγροτική, σε μεγάλο βαθμό άγονη και πτωχή ενδοχώρα έναντι των ακμαζουσών παρακτίων ακτών, λόγω του διεθνούς εμπορίου, προκαλεί πλήγματα στην κοινωνική συνοχή και τον εσωτερικό έλεγχο. Η μεταφορά πόρων από τις πλούσιες παράκτιες περιοχές στο εσωτερικό, προκαλεί εύλογες αντιδράσεις των παρακτίων περιοχών. Η ανοδική εμπορική και τεχνολογική άνοδος της Κίνας επιτείνει το πρόβλημα αυτό, δημιουργώντας στην κυβέρνηση διλήμματα επιλογών. Επί του παρόντος το κομμουνιστικό κόμμα της Κίνας, για λόγους κοινωνικής συνοχής, ποντάρει συχνά στον πατριωτισμό ο οποίος απαιτεί την ύπαρξη απειλών και εχθρού. Υπό τις τρέχουσες περιστάσεις τους πλέον πρόσφορους «εχθρούς» αποτελούν η Ιαπωνία και η Ταϊβάν.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τα ανωτέρω και ιδιαίτερα τα γειτονικά ανταγωνιστικά της κράτη, εκτιμάται ότι οι γεωπολιτικοί σκοποί της Κίνας (αν και η επίτευξή τους παρουσιάζει δυσχέρειες), είναι δυνατόν να διατυπωθουν ως εξής: -

Να αποφευχθούν εχθρικές συμμαχίες οι οποίες δύνανται να εγκλωβίσουν την χώρα (π.χ. συμμαχία των ναυτικών δυνάμεων Η.Π.Α., Ιαπωνίας, Ινδίας, υποστηριζόμενες από την Ν. Κορέα, Βιετνάμ και Αυστραλία). -

Να καταστεί η χώρα αναμφίβολα η ισχυρότερη στρατιωτική δύναμη στην Ανατολική Ασία και να διατηρεί την ικανότητα να κρατά μακράν της σφαίρας επιρροής της κάθε άλλη Μεγάλη Δύναμη. -

Να έχει η χώρα ασφαλή πρόσβαση σε στρατηγικούς πόρους (π.χ. ενδεχόμενη συμμαχία Η.Π.Α. – Ρωσίας θα απέκοπτε την πρόσβαση της Κίνας στην Κ. Ασία καθώς και την επιρροή της στην Σιβηρία). -

Να διατηρεί την εσωτερική συνοχή του πληθυσμού, προκειμένου να μην αποδυναμώνεται η δυνατότητα της κεντρικής κυβερνήσεως να προασπίσει την ακεραιότητα της χώρας. -

Να διατηρήσει τα τρέχοντα σύνορα, τα οποία διαθέτουν μη προσπελάσιμα γεωγραφικά χαρακτηριστικά (π.χ. Θιβέτ, Ξινγιάνγκ), προκειμένου να διασφαλίσει την περιφέρεια της χώρας. -

Να προασπίζει αποτελεσματικά την ζωτική περιοχή των ακτών της από κάθε απειλή προερχομένη κυρίως από την θάλασσα (τον Ειρηνικό Ωκεανό). -

Να αμφισβητήσει τον θαλάσσιο έλεγχο των ζωτικών γραμμών επικοινωνιών, από τους ανταγωνιστές της, σε περίπτωση εχθροπραξιών. -

Να εκμεταλλευθεί καταλλήλως τον τεράστιο κινεζικό πληθυσμό της διασποράς προκειμένου να μεγιστοποιήσει τα οικονομικά και γεωπολιτικά της οφέλη (π.χ. εξαγωγές, πρόσχημα για επεμβάσεις κ.λ.π.).

ΕΚΣΥΓΧΡΟΝΙΣΜΟΣ ΕΝΟΠΛΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ ΤΗΣ ΚΙΝΑΣ

Δεδομένου ότι τα εξοπλιστικά προγράμματα μίας χώρας αντανακλούν τις πολιτικές της επιδιώξεις, κρίνεται σκόπιμη η συνοπτική εξέταση των στρατιωτικών προγραμμάτων της Κίνας, με έμφαση στους ναυτικούς της εξοπλισμούς, για λόγους που έχουν προαναφερθεί. Θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψιν ότι ακόμη και αν μία στρατιωτική σύγκρουση Η.Π.Α. – Κίνας κρίνεται ως μη ρεαλιστική στο προβλεπτό μέλλον, ο συσχετισμός στρατιωτικής ισχύος των χωρών αυτών στην περιοχή της Ανατολικής Ασίας, θα επηρεάσει καθοριστικά τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές των υπολοίπων χωρών της Άπω Ανατολής.

Εκτιμάται ότι ο κινεζικός στρατιωτικός εκσυγχρονισμός αποβλέπει στην σταδιακή (τουλάχιστον έως και την δεκαετία του 2020), επίτευξη σειράς Εθνικών Σκοπών αυξανομένης εμβελείας, όπως η αποτροπή αμερικανικής επεμβάσεως σε περίπτωση εχθροπραξιών με την Ταϊβάν, αξιόπιστη στρατιωτική υποστήριξη των διεκδικήσεων της Κίνας στην περιοχή της κινεζικής θάλασσας (ανατολικής και νότιας), προστασία των θαλασσίων γραμμών επικοινωνιών ενδιαφέροντος, αφαίρεση της αμερικανικής επιρροής στον δυτικό Ειρηνικό ωκεανό και διασφάλιση καθεστώτος παγκοσμίου Μεγάλης Δυνάμεως για την χώρα αυτή.

Ο επίσημος προϋπολογισμός των κινεζικών Ε.Δ. για το 2009 ανήρχετο στα $ 70 δις, ενώ το αμερικανικό υπουργείο άμυνας εκτιμά ότι ο πραγματικός προϋπολογισμός εκυμαίνετο από $ 105 δις έως $ 150 δις.

Πέραν του κινεζικού πυρηνικού οπλοστασίου του οποίου η εμβέλεια καλύπτει σχεδόν ολόκληρη την υδρόγειο (ο εκσυγχρονισμός των πυρηνικών κινεζικών όπλων αφορά κυρίως την επιβιωσιμότητα και αποτελεσματικότητα αυτών, προκειμένου να παρέχουν αξιόπιστη δυνατότητα ανταποδοτικού κτυπήματος), ο ευρύς κινεζικός στρατιωτικός εκσυγχρονισμός ο οποίος έχει αρχίσει από την δεκαετία του 1990, περιλαμβάνει ευρύ φάσμα προγραμμάτων αποκτήσεως όπλων, όπως βαλλιστικών πυραύλων κατά πλοίων (ASBM), κατευθυνομένων βλημάτων κατά πλοίων (ASCM) και κατά στόχων ξηράς (LACM), κατευθυνόμενα βλήματα επιφανείας – επιφανείας μεσαίας εμβελείας, νάρκες, προηγμένα είδη τορπιλών, προηγμένα μαχητικά αεροσκάφη (επανδρωμένα και μη), αεροπλανοφόρα (επίκειται η κατασκευή του πρώτου εξ αυτών), υποβρύχια, αντιτορπιλικά, φρεγάτες, πυραυλάκατοι, αποβατικά, ναρκοθηρευτικά, συστήματα διοικήσεως και ελέγχου (C4ISR), αντιαεροπορικά συστήματα μακράς εμβελείας, νέα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου με δυνατότητες επιθέσεως σε συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, διαστημικά και αντιδιαστημικά συστήματα (π.χ. δορυφόροι υποδείξεως θέσεως, επιτηρήσεως και επικοινωνιών, εξουδετέρωση ή καταστροφή εχθρικών δορυφόρων, κ.λ.π.), καθώς και μετασχηματισμούς και βελτιώσεις στα στρατιωτικά Δόγματα, την ποιότητα προσωπικού, την εκπαίδευση, τις ασκήσεις, την συντήρηση και το εφοδιαστικό σύστημα.

Μετά από πρόσφατη αριθμητική μείωση προσωπικού κατά 200.000, οι Ε.Δ. της Κίνας αριθμούν συνολικά 2.3 εκ. άνδρες και γυναίκες. Στον αριθμό αυτό θα πρέπει να προστεθεί προσωπικό 660.000 της ένοπλης αστυνομίας, ενώ οι εφεδρείες και παραστρατιωτικές μονάδες, φθάνουν στο 1.5 εκατομμύριο. Η αριθμητική δύναμη του κινεζικού Σ.Ξ. φθάνει το 1.6 εκ, ενώ το προσωπικό του Π.Ν. και της Π.Α. αριθμεί από 250.000 άτομα σε κάθε κλάδο. Επιπλέον το προσωπικό της Διοικήσεως των δυνάμεων στρατηγικών πυραύλων υπολογίζεται σε 100.000 έως 120.000 άτομα.

Ενώ ο μετασχηματισμός των κινεζικών Ε.Δ. (μαθαίνοντας από πρόσφατες αμερικανικές στρατιωτικές επιχειρήσεις), υιοθετεί τον δικτυοκεντρικό πόλεμο, τις διακλαδικές επιχειρήσεις, τα σύγχρονα συστήματα διοικήσεως και ελέγχου και τα οπλικά συστήματα υψηλής τεχνολογίας (π.χ. κτυπήματα ακριβείας), μελετά παράλληλα ανορθόδοξες τακτικές και ασύμμετρες επιχειρήσεις, προκειμένου να εκμεταλλευθεί τις αδυναμίες ενός τεχνολογικά ανωτέρου αντιπάλου.

Ο κινεζικός Σ.Ξ. κατανέμεται σε 7 στρατιωτικές περιοχές και είναι οργανωμένος σε 18 στρατιές των 30.000 έως 65.000 ατόμων εκάστη. Η κινεζική Π.Α. διαθέτει συνολικά περί τα 2.300 μαχητικά αεροσκάφη (μεταξύ αυτών το σύγχρονο ρωσικό Sukhoi Su-30 και τα επίσης σύγχρονα κινεζικά J-10 και J-11), ενώ η Διοίκηση στρατηγικών πυραύλων (πυρηνικών και συμβατικών), διαθέτει έως 400 στρατηγικά και αρκετές εκατοντάδες τακτικά πυρηνικά όπλα. Επιπλέον η Κίνα διαθέτει ειδικά εκπαιδευμένη δύναμη (κατά πληροφορίες του τύπου, πλέον των 4.000 ανδρών για αερομεταφερόμενες επιχειρήσεις μακράς ακτίνος δράσεως, επιχειρήσεις αναγνωρίσεως και αμφίβιες επιχειρήσεις.

Το Π.Ν. της Κίνας είναι οργανωμένο σε τρείς στόλους (Βόρειο, Ανατολικό και Νότιο) και συμπεριλαμβάνει την δύναμη άμυνας ακτών (35.000 άτομα), τους Πεζοναύτες (56.000 άτομα) και την αεροπορία ναυτικού (56.000 άτομα)

Με συνδυασμό καταλλήλων συστημάτων διοικήσεως και ελέγχου και πυραύλων που βάλλονται από ξηρά, υποβρύχια, αεροσκάφη και πλοία επιφανείας , εκτιμάται ότι η Κίνα θα είναι δυνατόν να προσβάλει εχθρικά πλοία επιφανείας έως και 1000 ν.μ. από τις ακτές της. Παράλληλα θα δύναται να προσβάλει αεροπορικές βάσεις και βάσεις ανεφοδιασμού στην ευρύτερη περιοχή του δυτικού Ειρηνικού ωκεανού.

Τελευταία ναυτικές δυνάμεις της Κίνας μετατρέπονται σε Ναυτικό ανοικτής θαλάσσης και αυξάνουν την παρουσία τους ανά τον κόσμο, παράλληλα με την προσπάθεια της χώρας αυτής να επιτύχει στρατηγικές διπλωματικές σχέσεις με επιλεγμένες χώρες (π.χ. Πακιστάν, Ιράν, Μπαγκλαντές, Μπούρμα, Καμπότζη, Ταϊλάνδη) και να δημιουργήσει φιλικές ναυτικές βάσεις σε αυτές, κατά μήκος των θαλασσίων γραμμών επικοινωνιών από την Μ. Ανατολή έως την Σινική Θάλασσα.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του αμερικανικού υπουργείου άμυνας, περί το 2020, το πολεμικό ναυτικό της Κίνας θα διαθέτει 4-5 πυρηνικά υποβρύχια με βαλλιστικούς πυραύλους, περί τα 72 υποβρύχια με πυραύλους επιφανείας, 1-2 αεροπλανοφόρα, περί τα 26 αντιτορπιλικά και 42 φρεγάτες, άνω των 80 πυραυλακάτων, περί τα 6 μεγάλα αποβατικά (LPD’s/LHD’s), περί τα 60 μικρότερα αποβατικά, περί τα 40 ναρκοθηρευτικά, περί τα 258 αεροσκάφη ξηράς σε ναυτικό ρόλο, περί τα 90 αεροσκάφη αεροπλανοφόρων και περί τα 157 ελικόπτερα.

ΕΥΚΑΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Πρόσφατα η Κίνα έτεινε χείρα βοηθείας στην σχεδόν χρεοκοπημένη Ελλάδα. Σύμφωνα με την Washington Post, οι κινεζικές επενδύσεις στην χώρα μας αποβλέπουν στην δημιουργία δικτύου δρόμων, σιδηροδρομικών γραμμών, αγωγών και λιμένων, το οποίο θα αναβαθμίσει το εμπόριο και τις συναλλαγές Δύσεως – Ανατολής. Σύμφωνα με την ίδια εφημερίδα η Ελλάς έχει επιλεγεί από το Πεκίνο διότι είναι μέλος της Ε.Ε., δεν είναι εξαγωγική χώρα, έχει ανάγκη επενδύσεων και ευρίσκεται σε εξαιρετική γεωγραφική θέση. Η εμπορική και ναυτική υποδομή της Κίνας στην χώρα μας, προκαλεί σχετικές ανησυχίες σε ευρωπαϊκές χώρες, λόγω της αναμενομένης πλημμυρίδος ανταγωνιστικών και φθηνών κινεζικών προϊόντων στις ευρωπαϊκές αγορές.

Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην χώρα μας, ο Κινέζος Πρωθυπουργός Ουέν Τζιαμπάο εδήλωσε ότι όχι μόνο θα διατηρήσει τα ελληνικά ομόλογα που κατέχει αλλά θα προχωρήσει και σε αγορά νέων, όταν αυτά εκδοθούν. Κατά την εν λόγω επίσκεψη υπεγράφησαν δύο διακρατικές και εννέα επιχειρηματικές συμφωνίες αποτιμώμενες σε συνολικό ποσό πλέον των $10 δις.. Οι θετικές προπτικές της συνεργασίας των δύο χωρών συνοψίζονται στα ακόλουθα: -

Κινεζική επένδυση 500 εκ. €, έως το 2015 στις λιμενικές εγκαταστάσεις του Πειραιώς (Νέο Ικόνιο) προκειμένου η σημερινή ετησία διακίνηση 800.000 εμπορευματοκιβωτίων να φθάσει το 2015 στα 3.7 εκατομμύρια. Η επένδυση αναμένεται ότι θα δημιουργήσει περί τις 1.000 νέες θέσεις εργασίας. -

Εξέταση απ’ ευθείας αεροπορικής διασυνδέσεως της Αθήνας με το Πεκίνο και άλλες κινεζικές μητροπόλεις. -

Κινεζική βούληση αξιοποιήσεως εμπορικού- διαμετακομιστικού κέντρου του Θριασίου πεδίου (600 στρέμματα), για μετασκευή/συναρμολόγηση και διαμετακομιδή κινεζικών προϊόντων προς την Ευρώπη, Ασία, Βαλκάνια και Μ. Θάλασσα. -

Δημιουργία ειδικού ταμείου μέσω του οποίου θα χρηματοδοτούνται ελληνικές ναυτιλιακές εταιρείες με χαμηλότοκα δάνεια (κατ’ αρχήν με $ 5 δις.) για ναυπήγηση εμπορικών πλοίων στην Κίνα. -

Κινεζική πρόθεση επεκτάσεως επενδύσεων και σε άλλους ελληνικούς λιμένες (π.χ. Θεσσαλονίκη), καθώς και στον Ο.Σ.Ε.. -

Προσπάθεια διπλασιασμού όγκου εισαγωγών – εξαγωγών, μεταξύ των δύο χωρών, έως το 2015 ($ 8 δις από $ 3.7 δις το 2009). -

Εξέταση διευκολύνσεως επιχειρηματικής και τουριστικής διμερούς δραστηριότητος (π.χ. επιχειρηματικές, διπλωματικές και τουριστικές βίζες).

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Η διαρκώς διογκούμενη δίψα της ανερχόμενης οικονομικά Κίνας για εισαγομένη ενέργεια, εκτιμάται ότι θα επηρεάσει τις διεθνείς αγορές και τιμές των ενεργειακών πόρων, ενώ παράλληλα θα αυξάνει διαρκώς την ενεργειακή ανασφάλεια της χώρας αυτής, η οποία με την σειρά της εκτιμάται ότι θα επηρεάσει την διεθνή οικονομία.

Το γεγονός ότι η Κίνα ανταγωνίζεται τις Η.Π.Α., την Ιαπωνία, την Ινδία και την Ευρώπη για την πρόσβαση στα ίδια ενεργειακά αποθέματα κυρίως της Μ. Ανατολής, αναμένεται ότι θα επιφέρει μεγαλύτερη ενεργό ανάμιξη της χώρας στην περιοχή αυτή, αλλά και στην παγκόσμια γεωπολιτική της ενέργειας, κατά τα επόμενα έτη. Η υλοποίηση της εκτιμήσεως αυτής σημαίνει μεγαλύτερη πολιτική, οικονομική και στρατιωτική επιρροή της Κίνας στις περιοχές παραγωγής ενέργειας. Στο πλαίσιο αυτό οι ενεργειακές της συμφωνίες με ορισμένα κράτη όπως το Ιράν και το Σουδάν, οι οποίες ενδεχομένως συμπεριλαμβάνουν μεταφορά υψηλής στρατιωτικής τεχνολογίας και πολεμικό υλικό, πιθανόν να προκαλέσουν διεθνείς προστριβές και επιπτώσεις.

Στο εσωτερικό της η Κίνα θα πρέπει να αντιμετωπίσει την μεγάλη οικονομική ανισομέρεια μεταξύ αστικών (κυρίως ανατολικά) και υπολοίπων περιοχών (κυρίως δυτικά) η οποία μαζί με τις εθνικιστικές αποσχιστικές τάσεις (π.χ. Θιβέτ, Ξινγιάνγκ), δημιουργούν προβλήματα κοινωνικής συνοχής. Επιπλέον θα πρέπει να αντιμετωπισθεί η φθίνουσα δημογραφική τάση, σε συνδυασμό με την άνοδο του βιοτικού επιπέδου ζωής και την αύξηση του αναμενομένου χρόνου ζωής των κατοίκων. Τέλος εκτιμάται ότι η σταδιακή αστικοποίηση των κοινωνικο-οικονομικών δομών θα πλήξει την νομιμοποίηση του κομμουνιστικού κόμματος, για το οποίο θα αποτελέσει πρόκληση η ομαλή μείωση του καταλυτικού ελέγχου τον οποίο ασκεί σήμερα.

Οι εδαφικές διεκδικήσεις της Κίνας στην ανατολική και νότια Κινεζική θάλασσα, κρίνεται ότι θα αυξάνονται σε ένταση και διάρκεια αναλόγως της αυξήσεως της γεωπολιτικής κινεζικής ισχύος και πιθανόν να την οδηγήσει σε συγκρούσεις (κατ’ αρχήν χαμηλής εντάσεως και τοπικού χαρακτήρος) με τους γείτονές της. Οι αεροναυτικοί της κυρίως εξοπλισμοί αποσκοπούν στην βηματιστική υλοποίηση των εθνικών της σκοπών αυξανομένης βαρύτητος (π.χ. Ταϊβάν, διεκδικήσεις στην κινεζική θάλασσα, προστασία των ακτών της εξ ανατολών, διασφάλιση των θαλασσίων γραμμών επικοινωνίας, μείωση ή εξάλειψη της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή της Άπω Ανατολής και απόκτηση του τίτλου της υπερδυνάμεως), καθώς και στην αύξηση της επιρροής επί των γειτονικών της κυρίως κρατών.

Η εν εξελίξει στρατηγική σύγκλιση Κίνας και Ρωσίας αποσκοπεί στην έμμεση μείωση της διεθνούς επιρροής των Η.Π.Α. (ιδιαίτερα στην Ασία), στην σταδιακή της απομόνωση και στην ειρηνική (ει δυνατόν) μετατροπή του αμερικανοκεντρικού διεθνούς συστήματος, σε πολυπολικό. Το κέντρο βάρους του νέου αυτού πολυπλόκου (πολιτικά, οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτιστικά) συστήματος θα ευρίσκεται στην Ασία στην οποία θα δεσπόζει ο άξονας Ρωσίας – Κίνας. Η εν λόγω σύγκλιση είναι δυνατόν να ανακοπεί εφ’ όσον η Ρωσία κρίνει ότι απειλείται (οικονομικά, δημογραφικά, γεωγραφικά, ενεργειακά, στρατιωτικά κ.λ.π.) από την Κίνα και επιλέξει την σύγκλιση με την Δύση, με την οποία συνδέεται ιστορικά, στρατηγικά, πολιτισμικά αλλά και οικονομικά. Η κρίσιμη αυτή επιλογή θα εξαρτηθεί τόσο από εξωτερικούς παράγοντες (χειρισμοί Η.Π.Α., Ε.Ε. και Κίνας, ενεργειακές εξελίξεις, συγκρότηση συμμαχιών κ.λ.π.), όσο και από εσωτερικούς παράγοντες (π.χ. καθεστώτα και κοινωνικές εξελίξεις Ρωσίας και Κίνας). Επί του παρόντος δεν είναι σαφές ότι οι δύο αυτές χώρες έχουν το ίδιο όραμα για την ενδεχόμενη μετααμερικανική διεθνή τάξη πραγμάτων.

Η παγκοσμιοποίηση οδήγησε τις κοινωνίες σε μεγαλύτερη οικονομική αλληλεξάρτηση και ολοκλήρωση, ενώ βοήθησε μη δυτικά κράτη, όπως η Κίνα να γίνουν πλουσιότερα, δίχως όμως να γίνουν περισσότερο δημοκρατικά. Ο κινεζικός κρατικός καπιταλισμός, αντιτίθεται στον δυτικό φιλελεύθερο καπιταλισμό και ανοίγει τον δρόμο για πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις, ειδικότερα εάν το παράδειγμα του μη φιλελεύθερου καπιταλισμού της Κίνας ακολουθήσουν και άλλα μη δημοκρατικά καθεστώτα ανά τον κόσμο.

Η Κίνα ακολουθεί μέχρι στιγμής ήπια, μη προκλητική και πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική, που της επιτρέπει να αναπτύσσεται απρόσκοπτα και να αυξάνει διεθνώς το γεωπολιτικό της ειδικό βάρος. Προτεραιότητα στο κινεζικό αυτό άνοιγμα στον κόσμο έχουν οι περιοχές ενεργειακού και στρατηγικού της ενδιαφέροντος (π.χ. ευρύτερη Μ. Ανατολή, Κ. Ασία, Ρωσία, Αφρική, κράτη ενδιαφέροντος επί των θαλασσίων γραμμών επικοινωνιών, Λ. Αμερική, ευρωπαϊκή περιφέρεια κ.λ.π.). Θα πρέπει εν τούτοις να διερευνηθεί κατά πόσον η σταδιακή αύξηση της ισχύος της θα ενισχύσει τις υπαρκτές εθνικιστικές προτροπές στο εσωτερικό της περί υιοθετήσεως πολιτικής ισχύος. Εκτιμάται ότι τόσο λόγω του συνθέτου και ασταθούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος, όσο και λόγω της παραδοσιακώς υιοθετηθείσας φιλοσοφίας του «σπεύδε βραδέως», η Κίνα δεν θα μεταβάλει την τρέχουσα πολιτική της παρά μόνο όταν διακυβευθούν άμεσα τα καθορισθέντα από αυτήν ως ζωτικά της συμφέροντα.

Μελλοντικά η πλέον αμφίρροπη και ενδιαφέρουσα εξέλιξη θα είναι η σχέση Κίνας – Η.Π.Α.. Η τρέχουσα έντονη οικονομική αλληλεξάρτηση των δύο χωρών, δεν αναιρεί την αύξουσα ανταγωνιστικότητα μεταξύ των, τόσο σε τοπικό (Άπω Ανατολή), όσο και σε στρατηγικό διεθνές επίπεδο. Η τρέχουσα σαφής πρωτοπορία των Η.Π.Α. σε όλους τους παράγοντες ισχύος (εκτός ίσως της οικονομίας) δεν καθορίζει σαφώς την μελλοντική έκβαση της αναμετρήσεως αυτής η οποία θα βασισθεί κυρίως στις συμμαχίες (ιδιαίτερα στην στάση Ρωσίας και Ινδίας), στην πρόσβαση στην ενέργεια, το προβάδισμα στην τεχνολογία, καθώς και στις εσωτερικές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις.

Υπάρχουν θετικές προοπτικές για περαιτέρω ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ Κίνας και Ε.Ε., δεδομένου ότι δεν υπάρχει άμεσος ανταγωνισμός και τριβές σε στρατηγικό επίπεδο, ενώ αντιθέτως υπάρχουν αμοιβαία οικονομικά οφέλη και συμπληρωματικές απόψεις για διεθνή ζητήματα (π.χ. πολυπολικό σύστημα). Η τρέχουσα εκτεταμένη αμοιβαία συνεργασία η οποία λαμβάνει χώρα τόσο σε διμερές εθνικό επίπεδο, όσο και σε επίπεδο Ε.Ε., υλοποιεί κατά τον καλύτερο τρόπο τις κατά καιρούς ανακοινούμενες εκατέρωθεν σχετικές δεσμεύσεις. Επί του παρόντος δεν διαφαίνεται προοπτική μετατροπής της εν λόγω συνεργασίας σε νέο στρατηγικό άξονα του διεθνούς συστήματος.

Με δεδομένη την υφισταμένη ζοφερή ελληνική οικονομική πραγματικότητα, είναι απόλυτα σκόπιμη η διατήρηση και ενίσχυση του επενδυτικού ενδιαφέροντος της Κίνας στην χώρα μας, βάσει αμοιβαίου εθνικού συμφέροντος και με αμοιβαίο σεβασμό στα κυριαρχικά δικαιώματα των χωρών (η επίκληση παραβιάσεως των ανθρωπίνων δικαιωμάτων χρησιμοποιείται πρωτίστως από μεγάλες δυνάμεις προκειμένου να παρεμβαίνουν επιλεκτικά όπου και όποτε τους επιτάσσουν τα εθνικά τους συμφέροντα και δεν αφορά την χώρα μας). Η ευρεία συνεργασία Ελλάδος – Κίνας, μόνο οφέλη είναι δυνατόν να επιφέρει, στον βαθμό κατά τον οποίο δεν θα αντίκειται σε συμμαχικές πολιτικές και υποχρεώσεις (Ε.Ε., ΝΑΤΟ).

Δεκέμβριος 2010

Βασίλειος Μαρτζούκος
Αντιναύαρχος ε.α. Π.Ν.
Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ.

Σημ. Προς διευκόλυνση των αναγνωστών, αποφεύγονται οι παραπομπές στο ανωτέρω κείμενο. Τα αναφερόμενα σ’ αυτό στοιχεία έχουν συλλεγεί από την παρατιθέμενη σειρά άρθρων και εργασιών.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ – ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Amies N. “EU’s Uneasy Relationship With China Endures 20 Years On”, 04-06-2009 2.

Amies N. “China and Russia Cement Economic and Diplomatic Ties”, Internatinal Relations, 13 – 10 – 2009 3.

Barker C. “China Prefers Greece Over the United States”, Oct. 5, 2010 4.

Behar R. “Special Report: China Storms Africa”, June 1, 2008 5.

Bloomberg News “China Shouldn’t Rescue Greece by Buying Debt, Yu Says”, Jan. 28, 2010 6.

Callahan W. A. “China’s Strategy for a Post Western World”, July 07, 2010 7.

Campbell J. “China’s Role in N. Korea’s Future”, April 14, 2010. 8.

Chan J. “Russia and China Settle Longstanding Territorial Disputes”, August 14, 2008 9.

Chongqing and Foshan “The Next China”, The Economist, July 29th, 2010 10.

DG Trade Statistics “China – EU Bilateral Trade and Trade with the World”, Sept. 15, 2010 11.

Feigenbaum E. A. “China and Long-range Asia Energy Security”, Harvard Univercity, Nov. 2, 2004 12.

Friedman G. “The Geopolitics of China”, A Step At A Time, April 26, 2006 13.

Friedman G. “Chinese Geopolitics and the Significance of Tibet”, Geopolitical Intelligence Report, April 15, 2008 14.

Friedman G. “The Geopolitics of China: A Great Power Enclosed”, STRATFOR, June 15, 2008 15.

FT. SCCS “China’s Oil Diplomacy Reshaping Geopolitics”, Bulletin Academic, July 6th, 2010. 16.

Germain A. “China in Africa: No Strings Attached”, CBS News, April 22, 2010 17.

Grant C. “Europe, China and the Multilateral World Order”, Global Times (China), July 27, 2008 18.

Grant C. and Barysch K. “Can Europe and China Shape a New World Order?”, Center for European Reform, 2008 19.

Heydarian R. J. “China and America Jostle in Middle East”, Foreign Policy in Focus, May 11, 2010. 20.

Hurst L. “China and Africa: Friends with Benefits”, Australia National Univercity, Febr. 17, 2010 21.

Katzman J. “China’s Stresses, Goals, Military Buildups… and Futures”, April 19, 2005. 22.

Kuchins A. “Russia and China: The Ambivalent Embrace”, Oct. 2007 23.

Marijke van der Meer “Mongolia, Geopolitics and China”, July 18, 2006 24.

Mauridhs D. “Η Κίνα Ετοιμάζει τους Δρόμους προς τις Αγορές”, Friday 17 – 09 – 2010 25.

Moore P. “Russia/China: Relations Present Opportunities And Problems”, Dec. 09, 2005. 26.

Nazemroaya M. D. “Geo-Strategic Chessboard: War Between India and China?”, Global Research, Oct. 17, 2009 27.

O’Rourke R. “China Naval Modernization: Implications for U.S. Navy Capabilities-Background and Issues for Congress”, October 1, 2010 28.

Power M. – Mohan G. “The Geopolitics of China’s Engagement With African Development”, The Open Univercity, July 9th, 2008 29.

Saleam J. “Russia and China: The Approaching Conflict”, Australia, 2008 30.

Su Qiang and Li Xiaokun “China, Russia Quit Dollar”, China Daily/Asia, Nov. 24, 2010 31.

Umbach Frank “EU-China Energy Relations and Geopolitics”, Center of European Security Strategies, Newsletter No5, Summer 2009. 32.

Wikipedia the Free Encyclopedia “Outline of China”, 2010 33.

Xinhua “China-EU Relationship haw the Potential of Further Development”, www.chinaview.cn, May 21, 2009 34.

Yang J. “The Quadrilateral Relationship between China, USA, Russia and Japan at the Turn of the Century- A View from Beijing”, Pacifica Reviw, Volume 13, No 1, Febr. 2001.

.

Αγαπητέ Ναύαρχε, φίλτατε

Αγαπητέ Ναύαρχε, φίλτατε Βασίλη, σε ευχαριστώ για την συνοπτική, συνάμα όμως και εξαιρετικά κατατοπιστική, τεκμηριωμένη και επιστημονικά άρτια ανάλυση που μας προσέφερες, για την γιγαντιαία αναδυόμενη σε όλους τους τομείς δύναμη που όπως λέγεται θα σφραγίσει τον αιώνα (21st, the "Chinese century"?).
Η αναγνωριζόμενη διεθνώς «ειρηνική ανάδυση» της Κίνας, μπορεί σύμφωνα με έγκριτους σχολιαστές να σταθεί με την γνωστή της «διπλωματία του χαμόγελου», ως παράγων διεθνούς σταθερότητας, αντίβαρο και “mammoth superpower” έναντι των άλλων στρατηγικών διεκδικητών παγκόσμιας εμβέλειας, οπότε, όπως καλά προτείνεις και τα δικά μας συμφέροντα θα μπορούσαν να αναπροσανατολιστούν αναλόγως.
(Aν θα ήθελες, θα χαιρόμουν να μου έγραφες στο e-mail: pavlosgfotiou – at- gmail – teleia-com)
Παύλος Γ. Φωτίου