Skip to main content

Ρωμανία, Βυζάντιο και διαχρονική ελληνικότητα

  • strict warning: Non-static method view::load() should not be called statically in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/views.module on line 1113.
  • strict warning: Declaration of views_handler_field::query() should be compatible with views_handler::query($group_by = false) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_field.inc on line 1147.
  • strict warning: Declaration of views_handler_sort::options_validate() should be compatible with views_handler::options_validate($form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_sort.inc on line 165.
  • strict warning: Declaration of views_handler_sort::options_submit() should be compatible with views_handler::options_submit($form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_sort.inc on line 165.
  • strict warning: Declaration of views_handler_sort::query() should be compatible with views_handler::query($group_by = false) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_sort.inc on line 165.
  • strict warning: Declaration of views_handler_filter::options_validate() should be compatible with views_handler::options_validate($form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter.inc on line 587.
  • strict warning: Declaration of views_handler_filter::query() should be compatible with views_handler::query($group_by = false) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter.inc on line 587.
  • strict warning: Non-static method views_many_to_one_helper::option_definition() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter_many_to_one.inc on line 23.
  • strict warning: Non-static method views_many_to_one_helper::option_definition() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter_many_to_one.inc on line 23.
  • strict warning: Non-static method views_many_to_one_helper::option_definition() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter_many_to_one.inc on line 23.
  • strict warning: Non-static method views_many_to_one_helper::option_definition() should not be called statically, assuming $this from incompatible context in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/handlers/views_handler_filter_many_to_one.inc on line 23.
  • strict warning: Declaration of views_plugin_query::options_submit() should be compatible with views_plugin::options_submit($form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/plugins/views_plugin_query.inc on line 169.
  • strict warning: Declaration of views_plugin_row::options_validate() should be compatible with views_plugin::options_validate(&$form, &$form_state) in /hermes/bosnaweb05a/b707/ipw.antibaro/public_html/neo/drupal6.20/modules/views/plugins/views_plugin_row.inc on line 136.
Εἶναι γνωστό ὅτι τό κράτος πού συνηθίζουμε νά ἀποκαλοῦμε Βυζαντινό οὐδέποτε ἀπεκλήθη ἔτσι ὅσο ὑπῆρχε. Ἡ ὀνομασία Βυζαντινό Κράτος διαμορφώθηκε ἀπό Γερμανούς ἱστορικούς ἕναν αἰῶνα μετά τήν Ἅλωση τῆς Κωνσταντινουπόλεως, μέ βάση τό ὄνομα Βυζάντιο τῆς ἀρχαίας ἀποικίας τῶν Μεγαρέων, ἐπί τῆς ὁποίας ἐκτίσθη ἡ Κωνσταντινούπολις. Τό πραγματικό ὄνομα τοῦ κράτους ἦταν Ρωμανία. Δηλαδή κράτος μέ πρωτεύουσα τή Νέα Ρώμη - Κωνσταντινούπολη. Τήν ἑρμηνεία τοῦ ὀνόματος μέ πολλές ἱστορικές πηγές πού τό ἀναφέρουν μπορεῖ νά βρεῖ ὁ μελετητής στό βιβλίο τῆς Ἑλένης Γλύκατζη Ἀρβελέρ «Γιατί τό Βυζάντιο». Ἐκεῖ μαθαίνουμε ὅτι οἱ αὐτοκράτορες ἀπένεμαν ἐπαίνους στούς πιστούς κρατικούς λειτουργούς μέ τή φράση: «Διά τούς κόπους οὕς ἐμόχθησας ὑπέρ τῆς Ρωμανίας» (1). Πασίγνωστος εἶναι καί ὁ Ποντιακός θρῆνος γιά τήν Ἅλωση τῆς Πόλης καί γιά τήν ἐλπίδα ἀνασυστάσεως τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας: «Ἡ Ρωμανία πέρασεν, ἡ Ρωμανία πάρθεν, ἡ Ρωμανία κι ἄν πέρασεν ἀνθεῖ καί φέρει κι ἄλλο»!

Ὁ τίτλος τῶν Αὐτοκρατόρων ἦταν «πιστός ἐν Χριστῷ βασιλεύς καί αὐτοκράτωρ Ρωμαίων». Ὁ τίτλος αὐτός δέν εἶχε ἐθνική ἀλλά πολιτειακή σημασία. Θεωροῦσαν ὅτι κρατικά, πολιτειακά συνέχιζαν τό Ρωμαϊκό κράτος καί ἔτσι εἶχαν δικάιωμα νά κυβερνοῦν διαφόρους λαούς. Τό δικαίωμα αὐτό βλέπουμε νά τονίζει στόν ἐπίσημο τίτλο του ὁ Μανουήλ Κομνηνός, ὁ ὁποῖος ἀναγράφεται ὡς ἑξῆς: «Μανουήλ ἐν Χριστῷ τῷ Θεῷ πιστός βασιλεύς ὁ πορφυρογέννητος, Ρωμαίων αὐτοκράτωρ εὐσεβέστατος, ἀεισεβαστός, αὔγουστος, ἰσαυρικός, κελτικός, ἀρμενικός, δαλματικός, οὑγγρικός.... θεοκυβέρνητος κληρονόμος τοῦ στέμματος τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί ψυχῇ νεμόμενος τά τούτου δίκαια». (2)

Οὑσιαστικά τούς ἐξυπηρετοῦσε ἡ συνέχιση τῆς χρήσεως αυτοῦ τοῦ τίτλου γιά νά μποροπυν νά διοικοῦν ἕνα πολυεθνικό κράτος. Τιμητικά τόν διετήρησαν ἀκόμη καί ὅταν μετά τήν Δ΄Σταυροφορία τοῦ 1204 κατελήφθη ἀπό Λατίνους Σταυροφόρους ἡ Κωνσταντινούπολη καί δημιουργήθηκαν 3 ἀμιγῶς ἑλληνικά ἐθνικά κράτη στή Νίκαια, στήν Τραπεζοῦντα καί στήν Ἤπειρο. Ὁ Πατριάρχης καί ὁ νόμιμος διάδοχος τῶν αὐτοκρατόρων μεταφέρθηκαν στή Νίκαια τῆς Μικρασιατικῆς Βιθυνίας καί ἀπό τό 1204 ἕως τό 1261 καλλιέργησαν τή Μεγάλη Ἰδέα τῆς ἀπελευθερώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἔχοντας πλήρη συνείδηση τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικῆς καταγωγῆς τους.

Πολλοί διερωτῶνται ἄν κάτω ἀπό τό ὄνομα Ρωμαῖος τήν ἐποχή ἐκείνη χάνεται, κρύβεται ἤ ἀλλοιώνεται ὁ Ἑλληνισμός. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τό ὄνομα Ρωμαῖος δήλωνε στή βυζαντινή ἐποχή τήν ὑπηκοότητα, ὄχι τήν ἐθνική καταγωγή. Δηλαδή στό πολυεθνικό μέχρι τό 1204 κράτος τῆς Ρωμανίας , μέ συνεκτικό κρίκο τήν ἑλληνική γλῶσσα, τόν ἑλληνικό πολιτισμό, τή μελέτη τῶν ἀρχαίων κλασικῶν καί βεβαιότατα τήν Ὀρθόδοξη Πίστη, κατοικοῦσαν διαφορετικές ἐθνότητες. Ἡ ἑλληνική ἐθνότητα ἦταν πάντα κυρίαρχη ἔστω κι ἄν κατά τούς πρώτους βυζαντινούς αἰῶνες τό ὄνομα Ἕλλην δέν ἐχρησιμοποιεῖτο εὐκολα λόγῳ συνδέσεώς του μέ τήν εἰδωολατρία. Ὅμως ἤδη ἀπό τόν 9ο αἰῶνα ἔχουμε γραπτές μαρτυρίες ὅτι ἡ ἑλληνική ἐθνότητα συνεχίζει τήν ἱστορική της πορεία καί εἶναι διακριτή ἀπό τίς ἄλλες ἐθνότητες. Συγκεκριμένα ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μέγας Φώτιος ἀπαντῶντας πρός τόν Ἐπίσκοπο Κυζίκου Ἀμφιλόχιο ἐπί θεολογικῶν ζητημάτων γράφει ὅτι: «Προτείνουσιν, ἔφης, τῶν Εἰκονομάχων οἱ θρασύτεροι καί κακόσχολοι, καί σοφόν ἡγοῦνται τό περίεργον, ποία τῶν εἰκόνων τοῦ Χριστοῦ ἀληθής, πότερον ἡ παρά Ρωμαίοις, ἤ ἥνπερ Ἰνδοί γράφουσιν, ἤ ἡ παρ’ Ἕλλησιν, ἥ ἡ παρ’ Αἰγυπτίοις....» (3). Βλέπουμε ὅτι ἀναφέρεται σέ Ἕλληνες πού ἁγιογραφοῦν τόν Χριστό, ἄρα σέ Ἕλληνες Χριστιανους τῆς ἐποχῆς καί ὄχι σέ Ἕλληνες μέ τήν ἔννοια τοῦ εἰδωλολάτρη.

Τό παράδειγμα τοῦ σημερινοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου τῆς Μεγάλης Βρετανίας καί Βορείου Ἰρλανδίας εἶναι χαρακτηριστικό γιά νά καταλάβουμε τή δοαφορά μεταξύ ὑπηκοότητος καί ἐθνότητος. Οἱ κάτοχοι τοῦ διαβατηρίου αὐτοῦ εἶναι ὑπήκοοοι Ἡνωμένου Βασιλείου, ἀλλά ἐθνολογικά ἄλλοι –οἱ περσσότεροι εἶναι Ἄγγλοι, ἄλλοι Σκῶτοι, ἄλλοι Οϋαλλοί, ἄλλοι Βορειοιρλανδοί κ.λπ. Ἔτσι καί οἱ ὑπήκοοι τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωμανίας ἦσαν Ρωμαῖοι ὡς πρός τήν κρατική ὑπηκοότητα, ἀλλἀ ὠς ἐθνότητα ἄλλοι εἶχαν τήν ἑλληνική –οἱ περισσότεροι -ἄλλοι τήν σερβική, ἄλλοι τήν ἀρμενική, ἀλλλοι ἦσαν Βάραγκοι Σκανδιναβοί ( ἡ φρουρά τοῦ Αὐτοκράτορος) κ.λπ. Ὅπως στό Ἡνωμένο Βασίλειο ἡ ἐπικρατοῦσα ἐθνότητα εἶναι οἱ Ἄγγλοι καί δίνουν τή γλῶσσα τους καί τόν πολιτισμό τους σέ ὅλο τό κράτος, ἔτσι καί οἱ Ἕλληνες στή Ρωμανία ἦσαν τό ἐπικρατοῦν στοιχεῖο καί ἐπέτυχαν νά καθιερώσουν τή γλῶσσα τους καί τόν πολιτισμό τους. Γι’ αυτό καί ἡ κ. Ἀρβελέρ τονίζει συχνά ὅτι τό Βυζάντιο ἦταν κράτος πολυεθνικό, ἀλλά μονοπολιτισμικό, λόγῳ τῆς ἑλληνικῆς γλωσσικῆς καί πολιτιστικῆς συνέχειας.

Στήν ἑλληνικότατη Αὐτοκρατορία τῆς Νικαίας-πού προαναφέραμε- μετά τόν Θεόδωρο Α΄ Λάσκαρι βασίλευσε ὁ γαμβρός του, ὁ ἐλεήμων καί γενναῖος Ἰωάννης Γ΄Δούκας Βατάτζης, ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στό Δισυμότειχο καί τιμᾶται ὡς Ἅγιος ἀπό τήν Ἐκκλησία μας (στίς 4 Νοεμβρίου). Ὁ Βατάτζης τό 1237 ἀπήντησε σέ μία θρασεῖα ἐπιστολή τοῦ Πάπα Ἰωάννου Θ΄καί μεταξύ ἀλλων τοῦ γράφει: «...Μᾶς γράφεις ὅτι ἀπό τό δικό μας, τό Ἑλληνικό γένος, ἄνθησε ἡ σοφία καί τά ἀγαθά της καί διαδόθηκε στούς ἀλλους λαούς... Οἱ γενάρχες τῆς βασιλείας μου εἶναι ἀπό τό γένος τῶν Δουκῶν καί τῶν Κομνηνῶν, γιά νά μήν ἀναφέρω ἐδῶ καί ὅλους τούς ἄλλους βασιλεῖς πού εἶχαν ἑλληνική καταγωγή και γιά πολλές ἑκατοντάδες χρόνια κατεῖχαν τή βασιλική ἐξουσία τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Αὐτούς ὅλους καί ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης καί οἱ αὐτοκράτορες τούς προσκυνοῦσαν ὡς αὐτοκράτορες τῶν Ρωμαίων» (4). Βλέπουμε, λοιπόν, μία τρανταχτή ἀπόδειξη αὐτῆς τῆς διπλῆς ἰδιότητος. Κρατικά ἔνιωθαν Ρωμαῖοι, ἀλλά ἐθνικά ἦσαν Ἔλληνες και τό διεκήρυτταν. Τήν ἑλληνικότητά τους βρωντοφωνάζουν καί ὁ γιός τοῦ Βατάτζη Θεόδωρος Β΄Λάσκαρις , ὁ ἱστορικός τοῦ 1204 Νικήτας Χωνιάτης καί πολλοί ἄλλοι.

Τήν μαρτυρία αὐτή τοῦ Βατάτζη, ἡ ὁποία καταδεικνύει ὅτι κάτω ἀπό τόν τίτλο «Βασιλεύς Ρωμαίων» ἔσφυζε καί ἐπάλλετο ἡ μηδέποτε διακοπεῖσα ἑλληνική ἐθνική συνείδηση, προσπάθησαν κάποιοι νά ἀμφισβητήσουν ὡς μή γνήσια. Ὅπως μέ πληροφόρησε ὁ Ὁμότιμος καθηγητής τῆς Βυζαντινῆς Φιλολογίας κ. Παναγιώτης Νικολόπουλος ἡ ὑπόθεση ἐν συντομίᾳ ἔχει ὡς ἑξῆς: Τό κείμενο ἀνεκάλυψε στήν Πάτμο ὁ Ἰωάννης Σακελλίων καί τό δημοσίευσε στό περιοδικό Ἀθήναιον τῶν Ἀθηνῶν, στό τεῦχος 1 τοῦ 1872 καί στίς σελίδες 372-378. Ὁ Ἀντώνιος Μηλιαράκης (1841-1905) δημοσίευσε μία κακοποιημένη νεοελληνική μετάφραση-παράφραση τῆς ἐπιστολῆς στό βιβλίο του Ἱστορία τοῦ Βασιλείου τῆς Νικαίας. Αὐτή τήν ἀδόκιμη παράφραση διάβασε ὁ Γερμανός Αὔγουστος Heisenberg καί τό 1899 ἀμφισβήτησε τή γνησιότητά της λέγοντας ὅτι δέν ἦταν δυνατόν ἡ σώφρων Βυζαντινή γραμματεία νά ἔχει συντάξει ἕνα τέτοιο κείμενο. Πάντως πρέπει νά ποῦμε ὅτι ὁ Heisenberg ὑπεράσπισε τήν ἐλληνικότητα τοῦ Βυζαντίου χαρακτηρίζοντάς το ὡς «τό ἐκχριστιανισθέν Ρωμαϊκό κράτος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους», χαρακτηρισμό τόν ὁποῖο ἐπανέλαβε τόν 20ό αιῶνα καί ὁ Ἕλλην Βυζαντινολόγος Διονύσιος Ζακυθηνός. Στήν ἀμφισβήτηση τοῦ Heisenberg ἀπήντησε τεκμηριωμένα τό 1930 ὁ Γάλλος μοναχός Venance Grummel (5). Εἶχε τήν ἐξαιρετική τύχη νά βρεῖ στα΄Ἀρχεῖα τοῦ Βατικανοῦ τήν ἐπιστολή, τήν ὁποία ἔστειλε στόν Ἰωάννη Βατάτζη ὁ Πάπας Νικόλαος Θ΄ καί ἡ ὁποία ἀρχίζει μέ τήν φράση: «Ἐπειδή πιστεύεται ὅτι ἡ σοφία βασιλεύει εἰς τούς Ἕλληνας...». Ὁ Grummel πιστεύει ὅτι ἄν ὁ Heisenberg γνώριζε τήν ἐπιστολή τοῦ Πάπα , στήν ὁποία ἀπαντᾶ λέξη πρός λέξη ὁ Βατάτζης δέν θά ἀμφισβητοῦσε τό κείμενο τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Νικαίας. Τό θέμα ἔτσι ἔληξε γιά τους ἐπιστήμονες καί ὁ Franz Dolger στά Regesten τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατορικῶν Ἐγγράφων κατατάσσει τήν ἐπιστολή μεταξύ τῶν γνησίων ἐγγράφων. Ἀλλά καί τό 2006 ὁ Luca Pieralli τῆς Βιβλιοθήκς τοῦ Βατικανοῦ ἐκτενῶς ὁμιλεῖ γιά τή γνησιότητα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βατάτζη.

Ἡ ἑλληνικότητα τῆς παιδείας ἀποτελεῖ ἄλλη μία μαρτυρία τῆς ἑλληνικῆς ταυτότητας τῶν Βυζαντινῶν. Ἄν καί χρησιμοποιοῦσαν τό κρατικό ὄνομα Ρωμαῖοι οὐδέποτε δίδαξαν τήν Αἰνειάδα τοῦ Βιργιλίου πού ἦταν τό ἔπος τῆς Παλαιᾶς Ρώμης. Δίδασκαν μετά μεγάλου σεβασμοῦ τόν Ὅμηρο καί τούς κλασικούς Ἕλληνες συγγραφεῖς. Ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν, ἀείμνηστος πλέον Βρετανός Βυζαντινολόγος, συνήθιζε νά ὑπογραμμίζει ὅτι: «Ἡ Ἄννα Κομνηνή δέν ἐξηγεῖ ποτέ τά σημεῖα, τά ὁποῖα ἀντιγράφει αὐτούσια ἀπό τόν Ὅμηρο. Ὅλοι οἱ αναγνῶστες της τά γνώριζαν καθώς ὁ Ὅμηρος ἀποτελοῦσε τήν κύρια διδακτέα ὕλη στούς μαθητές τῆς αὐτοκρατορίας». Ἔτσι κατανοοῦμε καλύτερα τή φράση τοῦ Φώτη Κόντογλου, ὁ ὁποῖος ἔγραψε: «Ρωμιοσύνη εἶναι ἡ Χριστιανική Ἑλλάδα». Ἡ νεώτερη ἔννοια τοῦ Ρωμηοῦ (ἤ Ρωμιοῦ) δέν ἀρνεῖται τόν Ἑλληνισμό, ἀλλά συνδέει τήν Ὀρθοδοξία μέ τήν ἑλληνικότητα καί μᾶς θυμίζει τήν ἔνδοξη βυζαντινή κληρονομιά μας.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

(1).Ἑλένη Γλύκατζη Ἀρβελέρ, Γιατί τό Βυζἀντιο, ἐκδ. Ἑλληνικά Γράμματα, Ἀθήνα 2009, σελ. 163.

(2). Πάρι Γουναρίδη, Γένος Ρωμαίων: Βυζαντινές καί Νεοελληνικές Έρμηνεῖες, Ἵδρυμα Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθήνα 1984, σελ 13.

(3) Ἑλληνική Πατρολογία Migne, τόμος 101, στήλη 948, ἔκδ. Κέντρου Πατερικῶν Ἐκδόσεων, Ἀθῆναι 1991.

(4). Ἡ νεοελληνική ἀπόδοση δημοσιεύεται στο βιβλίο τοῦ Ἰωάννου Σαρσάκη: Ἰωάννης Βατάτζης-ὁ Ἅγιος Αὐτοκράτορας τοῦ Βυζαντίου, ἐκδόσεις Ὀρθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 2008, σελ. 85-88. Τό πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύεται στόν τόμο τοῦ Ἀποστόλου Βακαλοπούλου: Πηγές Ἱστορίας τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, Α΄ τόμος, Θεσσαλονίκη 1965, σελ. 50-53.

(5). Ἡ ἀπάντηση δημοσιεύθηκε στό περιοδικό ECHOS D’ ORΙENT, τόμος 29, Παρίσι 1930, σελ. 449-458.



Κ.Χ. ΙΟΥΝΙΟΣ 2011.


Κωνσταντῖνος Χολέβας
Πολιτικός Ἐπιστήμων

Μετά από παράκληση του Κυρ.

Μετά από παράκληση του Κυρ. Παπαδόπουλου, τα σχόλιά του και οι απαντήσεις σ' αυτά απενεργοποιήθηκαν.

Η συζήτηση μπορεί να συνεχιστεί κανονικά.

antibaro

ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν

ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὸν κο χολέβα γιὰ τὸ θέμα τῆς ἐπιστολῆς.
οἱ ρωμανιδιστὲς ἀποδίδουν τὴν ἐπαναφορὰ τοῦ ἕλληνας σὲ δυτικὲς καὶ καθολικὲς ἐπιδράσεις. ξεχνοῦν σκόπιμα νὰ ἐξηγήσουν τὸ λόγο γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ ὀρθοδοξότατοι: θεοφάνης, θεόδωρος στουδίτης, κωνσταντίνος (ἅγιος κύριλλος), νικόλαος καβάσιλας καὶ γεννάδιος σχολάριος ἀποκαλοῦν τὸν ἑαυτό τους καὶ τοὺς συγχρόνους τους ἕλληνα-ἕλληνες/γραικοὺς καὶ ταυτόχρονα γραικία τὴ ρωμανία. σύμφωνα μὲ τὴν θεωρία των ρωμανιδιστῶν ὁ λόγος γιὰ τὸν ὁποῖο οἱ παραπάνω θεωροῦσαν ἑλληνικὴ τὴ ρωμανία εἶναι ὅτι ὅλοι αὐτοὶ (μερικοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἅγιοι τῆς ὀρθοδοξίας) εἶναι προφανέστατα ἐπηρεασμένοι ἀπὸ τοὺς λατίνους καὶ τοὺς διαφωτιστές! τέτοια παράνοια.

δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ ἐμπνευστὴς τῶν ἡνωμένων πολιτειῶν τῆς ρωμανίας ἔζησε ἀρκετὰ χρόνια στὶς η.π.α., οὔτε ὅτι στὴν ρωμανία του δὲν συμπεριελάμβανε τοὺς ὀρθόδοξους σέρβους καὶ βουλγάρους (!) παρὰ μόνο τοὺς ἀλβανοὺς καὶ τοὺς ρουμάνους. κλασσικὰ ἀγγλοσαξωνικὰ γεωπολιτικὰ παιχνίδια.

Ο κ. Χολέβας επιμένει να

Ο κ. Χολέβας επιμένει να θεωρεί το "Ρωμαίος-Ρωμιός" όνομα που δήλωνε υπηκοότητα και όχι εθνικότητα. Για να τεκμηριώσει μάλιστα την άποψή του φέρνει σαν παράδειγμα την περίπτωση του Ηνωμένου Βασιλείου (Βρετανίας και Β. Ιρλανδίας).

Πράγματι στη Βρετανία (το κυρίως τμήμα του Ηνωμένου Βασιλείου) κατοικούν Άγγλοι, Σκωτσέζοι και Ουαλοί. Αν ρωτήσει κανείς έναν Άγγλο "τί είναι;" θα του απαντήσει ότι είναι Άγγλος. Αντίστοιχη απάντηση θα δώσει ένας Σκωτσέζος ή ένας Ουαλός. Το "Βρετανός" είναι ο κοινός τους προσδιορισμός αλλά δεν δηλώνει άμεσα εθνικότητα.

Στο ύστερο Βυζάντιο όμως τα ονόματα Ρωμαίοι-Γραικοί-Έλληνες είχαν σε μεγάλο βαθμό ταυτιστεί. Μερικά παραδείγματα:

Ο Γεώργιος Γεμιστός Πλήθων ονόμαζε το Γένος πότε «Ελλήνων» και πότε «Ρωμαίων»:
«του ημετέρου τούτου του των Ρωμαίων γένους»
[P.G. 160, 953A]

Ο Γεννάδιος Σχολάριος γράφει κάπου χαρακτηριστικά:
«όσοι των Ελλήνων ή Ρωμαίων του πράγματος ύστερον συναισθήσονται»
["Παραμυθητικός τω βασιλεί Κωνσταντίνω επί τη μεταστάσει της δεσποίνης της μητρός αυτού"]

Σε «Πανηγυρικό προς Μανουήλ και Ιωάννην Παλαιολόγους» συνδέονται τα δύο ονόματα και παρουσιάζεται η ιδέα της διπλής καταγωγής του Γένους:
Γίνεται λόγος δηλ. για ανάμειξη των «δύο επισήμων γενών», των Ελλήνων και των Ρωμαίων, από την οποία προήλθε
«γένος εν(α) το επισημότατον τε και κάλλιστον, ούς και εί τις Ρωμέλληνας είποι, καλώς αν είποι»
[Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια, τομ. Γ', σελ. 152]

Εθνικά Ρωμαίος ήταν ο ελληνόφωνος και όχι ο Αρβανίτης ή ο Βλάχος ή ο Βούλγαρος ή ο Σέρβος. Ο Δούκας διέκρινε σαφώς τις διάφορες χριστιανικές εθνότητες:
«[...] ως κακείνος εν τη Αδριανού προς Ρωμαίους, Ούννους, Βλάχους, Σέρβους, Βουλγάρους δόρυ κινών» [TLG, Δούκας, 22, 9, 11-12]

Ο συντάκτης του ηπειρώτικου Χρονικό των Τόκκων (μέσα 15ου αι.) διέκρινε σαφώς τους Ρωμαίους από τους Αρβανίτες, για τους οποίους δεν είχε και την καλύτερη γνώμη:
«Επίστευσαν'ς τα Ιωάννινα είναι αρβανιτζέλια,
χοιροβοσκοί παρόμοιοι τους και να τους προσκυνήσουν
και εκεί ήσαν άρχοντες Ρωμαίοι, στρατιώτες ανδρειωμένοι»
[Χρονικό των Τόκκων, εκδ.G.Schiro, 1975, σελ.326]

Το πιο αξιοσημείωτο όμως φαινόμενο είναι η δημώδης χρήση του ονόματος Ρωμαίοι. Ενώ η βυζαντινή ελίτ (υποτίθεται ότι) άρχισε επιτέλους να αφουγκράζεται την συνείδηση των Ελλήνων υπηκόων της, γι’ αυτό και άρχισε να αυτοπροσδιορίζεται με το όνομα Έλληνες στη Νίκαια, την Ήπειρο και αλλού, την ίδια ακριβώς στιγμή, ο λαός του Μοριά αντιστεκόταν απέναντι στους Φράγκους κατακτητές με αυτά τα λόγια:

Λοιπόν άν θέλη ο αφέντης μας, τά κάστρη νά τά επάρη,
κ ημείς, τό γένος τών Ρωμαίων, δούλοι σου νά αποθάνουν,
τούτο ζητούμεν, λέγομεν, μεθ όρκου νά μάς τό ποιήσης
εγγράφως, νά νό έχωμεν ημείς καί τά παιδιά μας•
από τού νύν καί έμπροστεν, Φράγκος νά μή μάς βιάση
ν αλλάξωμεν τήν πίστιν μας διά τών Φραγκών τήν πίστιν,
μήτε από τά συνήθειά μας, τόν νόμον τών Ρωμαίων.
[απο το Χρονικό του Μορέως, 14ος αι.]

Και είναι χαρακτηριστικό ότι το όνομα Ρωμαίοι-Ρωμιοί υπερτερούσε τόσο πολύ σαν εθνική ονομασία στη λαϊκή παράδοση έναντι των άλλων δύο ονομάτων (Γραικοί και Έλληνες), μέχρι που και η δημώδης ελληνική γλώσσα κατέληξε να λέγεται ρωμαίικη. Όπως σημείωνε και ο Π. Κοδρικάς: «Ρωμαίικη κατ’ εθνικήν επωνυμίαν καθ΄ ότι και ο λαός όπου την ομιλούσε δι’ αυτού του ονόματος εθνικώς διεγνωρίζετο» [Μελέτη της Κοινής Ελληνικής Διαλέκτου, 1818, σημ. 17].

Και δεν νομίζω ότι υπήρχε ή υπάρχει Άγγλος που να αποκαλεί τη γλώσσα του «βρετανική».

Αυτά για το ύστερο Βυζάντιο

Αυτά για το ύστερο Βυζάντιο και τη Φραγκοκρατία-Τουρκοκρατία.
Γιατί για το «κυρίως Βυζάντιο» τα πράγματα είναι λίγο διαφορετικά.

Το Ρωμαίος ίσως δεν ήταν ακόμα εθνικό όνομα για τους «Γραικούς» υπήκοους των διάφορων επαρχιών της αυτοκρατορίας, αλλά, όπως φαίνεται μέσα από κάποιες μαρτυρίες, ήταν εθνικό στους κύκλους των ελίτ της Κωνσταντινούπολης (ίσως και στους απλούς κατοίκους της Πόλης) και συνδεόταν μάλιστα με την καταγωγή από την αρχαία Ρώμη.

Ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος μας δίνει ένα παράδειγμα αυτής της αντίληψης. Στο έργο του αναφέρει ότι στην Πελοπόννησο και στη Μικρά Ασία κατοικούν «Γραικοί», αλλά ο ίδιος δεν αυτοπροσδιορίζεται Γραικός. Αντιθέτως, στο «Περί Θεμάτων» δείχνει τι πιστεύει για την καταγωγή του:

«Και εις τούτο κατέληξεν η των Ρωμαίων αρχή μέχρι της σήμερον. Νυνί δε στενωθείσης κατά τε ανατολάς και δυσμάς της Ρωμαϊκής βασιλείας και ακρωτηριασθείσης από της αρχής Ηρακλείου του Λίβυος, οι απ’ εκείνου κρατήσαντες ουκ έχοντες όποι και όπως καταχρήσονται τη αυτών εξουσία, εις μικρά τινά μέρη κατένεμον την εαυτών αρχήν και τα των στρατιωτών τάγματα, μάλιστα ελληνίζοντες και την πάτριον και ρωμαϊκήν γλώτταν αποβαλόντες. Λογγίνους γαρ έλεγον τους χιλιάρχους και κεντουρίωνας τους εκατόνταρχους και κόμητας τους νυνί στρατηγούς. Αυτό γαρ το όνομα του θέματος ελληνικόν εστι και ού ρωμαϊκόν, από της θέσεως ονομαζόμενον.»
[TLG, Constantinus VII Porphyrogenitus, De Thematibus, chapter 1, line 19-28]

Αναφερόμενος στην οργάνωση της επαρχιακής διοίκησης σε μικρά «Θέματα», μας λέει ότι το όνομα αυτό (Θέμα), όπως και οι στρατιωτικοί τίτλοι-βαθμοί, είναι στην ελληνική γλώσσα, γιατί η «πάτριος» ρωμαϊκή (λατινική) γλώσσα είχε εγκαταλειφθεί.

Το Λεξικό Σούδα θεωρείται η επιτομή της βυζαντινής φιλολογικής γνώσης του 10ου αιώνα και συντάχθηκε μάλλον από τον κύκλο του Πορφυρογέννητου. Ας δούμε τι γράφει για κάποια εθνικά ονόματα:

Έλλην: φρόνιμος
Γραικοί: οι Έλληνες. από κώμης τινός, ή από Γραικού τινός. εκ του Γραίξ, Γραικός
Λατίνοι: οι νυν Ρωμαίοι. Τήλεφος γαρ υιός Ηρακλέους, ο επικληθείς Λατίνος, μετωνόμασε τους πάλαι Κητίους λεγομένους Λατίνους. Ιταλοί δε ούτοι πάλιν προσηγορεύθησαν εκ τινός Ιταλού δυναστεύσαντος της χώρας. Αινείου δε καταλαβόντος την δύσιν εκλήθησαν Αινεάδαι. μεθ’ όν Ρωμαίοι πάντες μετωνομάσθησαν, από Ρωμύλου λαβόντες την επωνυμίαν.

Σύμφωνα με το Σούδα λοιπόν, οι νυν Ρωμαίοι (δηλ. οι Κωνσταντινουπολίτες), ήταν απόγονοι των αρχαίων Λατίνων.

Ο μύθος της καταγωγής της βυζαντινής ελίτ από τη Ρώμη αποτυπώνεται στην απάντηση που έδωσε ο πατρίκιος Χριστόφορος στον Λιουτπράνδο, τον απεσταλμένο του Γερμανού αυτοκράτορα στην αυλή του Νικηφόρου Φωκά: «"Αν ο Πάπας δεν είναι ο αμαθέστερος των ανθρώπων, έπρεπε να ηξεύρη ότι ο Κωνσταντίνος, μεταθέσας εις Κωνσταντινούπολιν τα σκήπτρα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μετεβίβασεν ενταύθα και τα σύμβολα αυτής, και τη σύγκλητον και τον στρατόν, μη καταλιπών εν τη πρεσβυτέρα Ρώμη, ειμή όχλον χυδαίον και δουλικόν» [Από την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Κ. Παπαρρηγόπουλου]

Απάντηση που απέχει παρασάγγας από την αντίστοιχη του Ιωάννη Βατάτζη.
Ο Μιχαήλ Ατταλειάτης μάλιστα (11ος αι.) ανήγαγε την καταγωγή του Νικηφόρου Φωκά στο Μεγάλο Κωνσταντίνο και από εκεί στους Φαβίους της αρχαίας Ρώμης:
«οι Φωκάδες αυτοί καταγόμενοι […] εκ των ονομαστών εκείνων Φαβίων» [TLG, Michael Attaliates, Historia, page 218, line 9-10]

Και ερχόμαστε στην περίπτωση της Άννας Κομνηνής.

Ο πατέρας της, ο Αλέξιος Κομνηνός, είχε ιδρύσει στην Κωνσταντινούπολη ένα εκπαιδευτήριο για τα ορφανά παιδιά κάθε εθνικότητας («παντοδαπού γένους»), στο οποίο μας λέει η Κομνηνή ότι:

«Και έστιν ιδείν και Λατίνον ενταύθα παιδοτριβούμενον και Σκύθην ελληνίζοντα και Ρωμαίον τα των Ελλήνων συγγράμματα μεταχειριζόμενον και τον αγράμματον Έλληνα ορθώς ελληνίζοντα»
[Αλεξιάς, 15,7]

δηλαδή
«μπορείς να δεις τον Λατίνο να εκπαιδεύεται, τον Σκύθη (Σλάβο) να ελληνίζει, το Ρωμαίο να χρησιμοποιεί τα συγγράμματα των Ελλήνων και τον αγράμματο Έλληνα να μιλάει σωστά τα ελληνικά»

Εδώ η Κομνηνή αναφέρει ξεκάθαρα 4 διακριτά εθνικά ονόματα, εκ των οποίων τα δυο είναι τα «Ρωμαίος» και «Έλληνας».
Αν συνδυάσουμε τα παραπάνω με το σχόλιο του Στήβεν Ράνσιμαν ότι: «εδώ «Ρωμαίος» εννοείται ο Βυζαντινός (αριστοκράτης Κωνσταντινουπολίτης;) και «Έλληνας» ο κάτοικος της Ελλάδας»
[«Here "Ρωμαίον" means Byzantine and "Έλληνα" an inhabitant of Hellas or peninsular Greece»]
καθώς και με το ότι η Κομνηνή, παρόλο που υπερηφανεύεται για το «ελληνίζειν» της, δηλ. την κλασσική της παιδεία, ξεκάθαρα δεν θεωρεί τον εαυτό της Ελληνίδα
[«itʼs quite clear that she does not regard herself as a Hellene, though she is heir to the Hellenic tradition - she says that she has learnt to "Hellenize", i.e. she has learnt Classical Greek: "To ελληνίζειν ες άκρον εσπουδακυία"»]
[Steven Runciman, Byzantine and Hellene in the fourteenth century, στο «Επετηρίς Σχολής Νομικών και Οικονομικών Επιστημών Πανεπ. Θεσ/νικης, 1952, σελ.28],
οδηγούμαστε στο συμπέρασμα ότι η Κομνηνή και γενικότερα η βυζαντινή ελίτ αντιλαμβάνονταν τα πράγματα και τους ελληνικούς πληθυσμούς μέσα από μια αριστοκρατική ρωμαϊκή οπτική.

Υ.Γ. Ο κ. Χολέβας παρέθεσε ένα απόσπασμα στο οποίο ο Πατριάρχης Φώτιος (9ος αι.) αναφέρει 4 εθνικές ονομασίες: Ρωμαίοι, Ινδοί, Έλληνες, Αιγύπτιοι. Ποιους ακριβώς εννοεί Ρωμαίους και ποιούς Έλληνες;

Αγαπητέ Pertinax, σε γενικές

Αγαπητέ Pertinax, σε γενικές γραμμές συμφωνώ με τις διαπιστώσεις σου, ιδιαιτέρως αυτές που αφορούν το "μέσο Βυζάντιο". Πράγματι, θεωρώ και εγώ ότι στην περίοδο εκείνη η σταθερή και άνωθεν επιβαλλόμενη χρήση των όρων που υποδήλωναν την αδιάκοπη συνέχεια της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ήταν ζωτική για την κατοχύρωση της πολιτικής και πολιτιστικής ιδεολογίας της Ρωμανίας. Αν μη τι άλλο, ως κληρονόμος της πάλαι ποτέ ενδόξου Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, μπορούσε να προβάλει αξιώσεις κυριαρχίας ή έστω πρωτοκαθεδρίας σε όλες τις περιοχές και στους πληθυσμούς, όπου παλαιότερα έφθανε η εξουσία της. Όμως, θα ήταν σκόπιμο να διακρίνουμε την Ιστορία από την προπαγάνδα, που εξυπηρετεί τις κρατικές βλέψεις. Ως τέτοια, θα μπορούσαν ευχερώς να χαρακτηρισθούν η "αξίωση" των Φωκάδων ως απογόνων των Φαβίων και ο ισχυρισμός ότι δήθεν στην πρεσβυτέρα Ρώμη ο Μέγας Κωνσταντίνος κατέλιπε μόνο όχλο χυδαίο και δουλικό. Το γεγονός ότι η αριστοκρατία της Κωνσταντινούπολης αρεσκόταν να πιστεύει ότι καταγόταν από την αρχαία Ρώμη, και ότι εύκολα ανευρίσκονταν συγγραφείς που θα εφεύρισκαν (με το αζημίωτο φυσικά) τέτοιες γενεαλογίες, δεν σημαίνει και ότι ήταν αληθείς. Χρησιμεύουν τα κείμενα αυτά για να φανερώσουν τον προσανατολισμό τους, αλλά όχι και την πραγματική καταγωγή τους. Δεν είναι, λοιπόν, απορίας άξιον ότι με την πάροδο των αιώνων και την συστηματική αξιοποίηση κάθε κρατικού μέσου(περιλαμβανομένης και της Εκκλησίας)προς την κατεύθυνση της ανάδειξης της Ρωμαϊκής ταυτότητας, ο απλός πολίτης είχε πολλούς λόγους να προτιμά τον αυτοπροσδιορισμό ως Ρωμαίος (άρχοντας ή απόγονος αρχοντικού γένους, αναμφίβολα Ορθόδοξος), και όχι ως Έλληνας (αμόρφωτος απλός λαϊκός, με προφανή κίνδυνο θρησκευτικής παρανοήσεως και συγχύσεως με τους εθνικούς).

Pertinax, μερικες

Pertinax,
μερικες παρατηρήσεις:
1. τὸν 11ο αἰώνα μπορεῖ ὁ μιχαήλ ἀτταλειάτης νὰ θεωρεῖ τοὺς φωκάδες λατινικῆς καταγωγῆς, ἀλλὰ ὁ μιχαὴλ ψελλός, τὴν ἴδια ἐποχή, περιγελᾶ τὸν ἰωάννη λογγιβάρδο γιὰ τὸ γεγονός ὅτι εἶναι ρωμαῖος, παιδὶ τῆς ρώμης, "ἀφ’ ἧς οὐδεὶς ἐγεωμέτρησε πώποτε" (τατάκη, ἡ βυζαντινὴ φιλοσοφία, σ. 188). τὸν ἐνδέκατο αἰώνα ἔχουμε τὸν ἀνώνυμο ἀθηναῖο ποὺ γράφει δεῖ λοιπὸν καὶ ἡμᾶς τοὺς ἀθηναίους, ὅπως φροντίζωμεν πῶς ἂν οἱ ἄλλοι ἕλληνες δοξάζωνται, γιὰ τοὺς μικρασιατικοὺς ἑλληνορθόδοξους πληθυσμούς. ὁ τζέτζης ἀποτελεῖ παρόμοια περίπτωση. γράφει: «οἱ δὲ ἡμᾶς τοὺς γραικοὺς ἕλληνας αὔσονας λέγοντες αὐθεντικῆ ἀδεία καὶ ποιητικὴ τοῦτο ποιοῦσιν» (Σχόλια εις Αλεξάνδραν Λυκόφρονος, Ed. Scheer, τ. 2, Βερολίνο 1908, σ. 34).
2. ὅσον ἀφορᾶ στὴν περίπτωση τῆς ἄννας κομνηνῆς νομίζω ὅτι εἶναι φανερὸ πὼς διαχωρίζει τοὺς λατίνους ἀπὸ τοὺς ρωμαίους, καὶ αὐτὸ ἀντιτίθεται στὴν ἰδέα τῆς "λατινικῆς ρωμαϊκότητας" τῆς βυζαντινῆς ἐλίτ. εἶναι γνωστὸ ὅτι ἡ κομνηνὴ ἀναφέρεται στὸ σπουδαστήριο τῆς κωνσταντινούπολης κι ὄχι κάποιας πόλης τῆς σημερινῆς ἑλλάδας, καὶ συνεπῶς πιὸ λογικὴ φαίνεται ἡ ἑρμηνεία τοῦ παν. χρήστου, ὅτι μὲ τὸ ἕλληνας ἡ κομνηνὴ ἐννοεῖ τὸν ἁπλὸ λαό, κι ὄχι τοὺς "ἑλλαδίτες". ἐπιπλέον εἶναι γνωστὸ ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς ἑλλάδας καλοῦνταν ἑλλαδικοὶ καὶ ὄχι ἕλληνες.
3. ἡ ταυτότητα τοῦ ἕλληνας μὲ τὸ ρωμαῖος φαίνεται στὸν ἰωάννη ἀπόκαυκο, ποὺ δηλώνει ρωμαῖος καὶ ταυτόχρονα γράφει γιὰ τοὺς λατίνους, μετὰ τὸ 1204, ὅτι ὡς ἄγρια θηρία καὶ φίδια ἔβαλαν ἐμένα, τὸν ἕλληνα καὶ γραικὸ (τὸν ἕλληνά με καὶ τὸν γραικὸν) στα δόντια τους"

καὶ ἡ ταυτότητα αὐτὴ θὰ ἔπρεπε νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ σημασία τοῦ ρωμαῖος, ὅπως καὶ τοῦ ἕλληνας, ἄλλαζε. πράγμα ποὺ ἔχει σημασία τόσο γιὰ τὴν μεταξύ τους σχέση ὅσο καὶ γιὰ τὴν σχέση μεταξὺ τοῦ ρωμαῖος καὶ τοῦ λατίνος.

γιὰ τὴν πρωτοβυζαντινὴ ἐποχὴ ὑπάρχει
ἡ μαρτυρία τοῦ ἰουλιανοῦ:
«Άλλωστε οι Ρωμαίοι ανήκουν στο γένος των Ελλήνων» (Εις τον βασιλέαν Ήλιον προς Σαλούστιον, 39 (153a))˙ «(..) γνωρίζω ότι κι εσείς [οι Ρωμαίοι] από αυτούς [τους Έλληνες] κατάγεστε» (Συμπόσιον ή Κρονιάς, 324a)˙ Εις τον βασιλέαν Ήλιον, 39 (153a): «ο Ήλιος αναγνώρισε την πολιτεία μας [τη Ρώμη] Ελληνική τόσο στην καταγωγή όσο και στο πολίτευμα».
ὅπως καὶ ἡ μαρτυρία τοῦ ἰουστινιανοῦ:
«Το Λυκαόνων έθνος, λέγει, συγγενέστατόν εστι Ρωμαίοις και σχεδόν εκ των αυτών συνωκισμένον προφάσεων• Λυκάονι γαρ τω πρώην Αρκαδίας της εν Ελλάδι βεβασιλευκότι..» (ΚΕ’ νεαρά Ιουστινιανού, στον Κ.Ν. Σάθα, Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη τ. Β’, Πρόλογος, σ. μβ’).
ὅπως καὶ ἡ μαρτυρία τῆς αὐτοκράτειρας ἀθηναϊδας, ὅταν πρὸς τοὺς ἀντιοχεῖς (; δὲν τὸ ἔχω διαθέσιμο τώρα) διακήρυσσε πὼς ἔχουν "τὸ ἴδιο αἷμα"

ἡ ἄποψή μου εἶναι ὅτι γιὰ ὅσο διάστημα ἡ αὐτοκρατορία ἦταν πραγματικὰ οἰκουμενική, δηλαδὴ ἐκτεινόταν σὲ χῶρες ἄσχετες μὲ ὁποιαδήποτε εἴδους ἑλληνικότητα καὶ γιὰ ὅσο διάστημα ἡ λ. ἕλληνας θύμιζε τὴν διαμάχη ἐθνικῶν-χριστιανῶν, τὸ ρωμαῖος δὲν μποροῦσε παρὰ νὰ δηλώνει ὑπηκοότητα καὶ ὄχι ἐθνότητα. ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ τελείωσε ἢ ἔγινε μακρινὴ ἀνάμνηση ἡ διαμάχη ἐθνικῶν-χριστιανῶν καὶ ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἡ αὐτοκρατορία περιορίστηκε σὲ ἑλληνικὲς περιοχές, δηλαδὴ μετὰ τὸν 8ο αἰώνα, τὸ ρωμαῖος μποροῦσε νὰ καταστεῖ ἐθνικὸ ὄνομα. ὅμως ταυτόχρονα μὲ τὴν μετατροπή του σὲ ἐθνικὸ ὄνομα ἄρχισε καὶ ἡ "ἐθνικοποίηση" τοῦ ἕλληνας ἀκριβῶς ἐπειδὴ ἡ διαμάχη μεταξὺ ἐθνικῶν-χριστιανῶν ἦταν μακρινὸ παρελθὸν ἀκριβῶς στὴν ἴδια ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ αὐτοκρατορία συρρικνώνεται. τὰ ψωμιὰ τοῦ ρωμαῖος ἦταν, λόγω τῶν δυὸ αὐτῶν ἀλλαγῶν (ἐδαφικὴ συρρίκνωση, τέλος θρησκευτικῆς διαμάχης), λίγα. ἐνδεικτικὰ γιὰ τὴν ἐξέλιξη κατὰ τὴν μεσοβυζαντινὴ ἐποχὴ τὰ ὅσα ἔγραψα γιὰ τὸν θεοφάνη, τὸν θεόδωρο στουδίτη καὶ τὸν ἅγιο κύριλλο.

Γιάννη, όντως από τον 11ο-12ο

Γιάννη, όντως από τον 11ο-12ο αιώνα επιχειρείται η αποσύνδεση του «Ρωμαίος» τόσο από το «Λατίνος», όσο και από την ίδια την παλαιά Ρώμη. Και αυτό γιατί ο Νο1 εχθρός των Κωνσταντινουπολιτών ήταν πλέον η παπική εκκλησία της Ρώμης και γενικότερα οι «Λατίνοι» ή «Φράγκοι». Λέω «Κωνσταντινουπολιτών» και όχι γενικά «Βυζαντινών Ελλήνων» για να υπογραμμίσω ότι η κοινή εθνοτική συνείδηση όλων των Ελλήνων με κέντρο την Πόλη (με άλλα λόγια η νεοελληνική συνείδηση) βρισκόταν υπό διαμόρφωση και δεν είχε φανεί ακόμα ξεκάθαρα. Πρέπει να κατανοήσουμε ότι το «Ρωμαίος» για τους Κωνσταντινουπολίτες ήταν εθνική ονομασία βαθιά ριζωμένη (λόγω παράδοσης) και ότι γύρω από αυτήν αναπτύσσονταν διάφοροι ανταγωνιστικοί μύθοι καταγωγής.

Έτσι βλέπουμε π.χ. την Άννα Κομνηνή να διακρίνει τους Κωνσταντινουπολίτες Ρωμαίους από τους Λατίνους της Ρώμης αλλά ταυτόχρονα να τους διακρίνει και από τους Έλληνες, τους απλούς ελληνόφωνους υπήκοους της αυτοκρατορίας. Άλλοι, οι οποίοι αυξάνονταν εκθετικά με την πάροδο του χρόνου, συνειδητοποιούσαν ότι ήταν ένα «Γένος» με τους ελληνόφωνους υπήκοους, γι΄ αυτό ταύτιζαν τα ονόματα Ρωμαίοι-Γραικοί-Έλληνες και μίλαγαν για ελληνική καταγωγή. Άλλοι πάλι έκαναν λόγο για διπλή καταγωγή του «Γένους» από αρχαίους Έλληνες και αρχαίους Ρωμαίους (π.χ. Χρυσολωράς, λόγος Μανουήλ Παλαιολόγου προς τους πολιορκημένους από τους Οθωμανούς Θεσσαλονικείς, Πανηγυρικός προς Μανουήλ και Ιωάννη Παλαιολόγους, τελευταίος λόγος του Κων/νου Παλαιολόγου σύμφωνα με τον ψευδο-Σφραντζή). Είναι χαρακτηριστικό ότι μερικοί εξακολουθούσαν να τονίζουν την καταγωγή των Κωνσταντινουπολιτών από την αρχαία Ρώμη. Ακολουθούν δύο παραδείγματα αυτής της αντίληψης (τέλη 14ου – αρχές 15ου αιώνα):

Σύμφωνα με το δημοφιλή ανθενωτικό ιεροκήρυκα Ιωσήφ Βρυέννιο, οι άρχοντες των Ρωμαίων ήταν το άνθος των (αρχαίων) Ρωμαίων που εγκαταστάθηκαν στη γη των Ελλήνων και πήραν τη γλώσσα τους, όπως ακριβώς οι Ιταλοί που ήταν απόγονοι των Λατίνων, πήραν την πόλη της Ρώμης και τη γλώσσα των Ρωμαίων (εδώ το «Λατίνοι», που είναι το όνομα του παραδοσιακού εχθρού, αποσυνδέεται από την αρχαία Ρώμη και συνδέεται με τους υπόλοιπους ιταλικούς λαούς, στους οποίους οι αρχαίοι Ρωμαίοι είχαν δώσει άλλωστε τη λατινική υπηκοότητα (Latinitas)):
«[πιστεύεται κακώς] των νυν Ρωμαίων οι άρχοντες Έλληνες είναι, Ιταλών δ' άπαν το φύλον Ρωμαίοι. ων οι μεν πρώτοι των Ρωμαίων το άνθος, κάν φωνής της πατρίου, τω την Έλληνα προελέσθαι, ώσπερ άρα και της σφων γης απέστησαν. οι δε δεύτεροι των πάλαι Λατίνων απόγονοι καθεστώτες, κάν την των Ρωμαίων γλώτταν ως και την πόλιν αυτών εκληρώσαντο».
[Ν. Τωμαδάκης, Ο Ιωσήφ Βρυέννιος και η Κρήτη κατά το 1400, 1947, σ. 72]

Μια ακόμα χαρακτηριστική περίπτωση είναι η επιστολή του Πλήθωνα στον Μανουήλ Παλαιολόγο. Λίγο παρακάτω από το περίφημο «Έλληνες εσμέν», και στην προσπάθειά του να πείσει τον αυτοκράτορα να στρέψει επιτέλους την προσοχή του στην Πελοπόννησο, του επισημαίνει ότι οι Βυζάντιοι (οι Κωνσταντινουπολίτες) είχαν κοινή καταγωγή με τους Πελοποννήσιους μέσω των… Σαβίνων (εκ των πρώτων κατοίκων της Ρώμης μαζί με τους Αινειάδες) που ήταν Λακεδαιμόνιοι:
«..οι μετά ταύτα, την λαμπράν ταύτην από της εν Ιταλία Ρώμης αποικίαν στειλάμενοι και Βυζάντιον ούτω καλή και μεγάλη επηυξηκότες τη προσθήκη, Πελοποννησίων ουκ αλλότριοι, ει γε Αινιάσι μεν Σαβίνοι επί τοις ίσοις και ομοίοις συνωκισμένοι Ρώμην ευτυχεστάτην πόλεων κατώκισαν, Σαβίνοι δε εκ Πελοποννήσου τε και Λακεδαιμόνιοι»
[Σπ. Λάμπρου, Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά, τομ. 3, σελ. 249]

Θα χρειαζόταν άραγε τέτοιο επιχείρημα αν οι Παλαιολόγοι δεν πίστευαν ότι κατάγονταν και από τους αρχαίους Ρωμαίους;

Από ένα σημείο και μετά τα ψωμιά του Ρωμαίου με την έννοια του «Βυζαντινού που κατάγεται από την αρχαία Ρώμη» σίγουρα ήταν λίγα, δεν ήταν καθόλου λίγα όμως με την έννοια του «ορθόδοξου που μιλούσε τη δημώδη ελληνική και είχε βυζαντινή καταγωγή». Αυτό άλλωστε αποδεικνύεται από τη διατήρηση του ως εθνικού ονόματος των Νεοελλήνων. Για να κατανοήσουμε τη διαμόρφωση των ταυτοτήτων είναι σημαντικό να δίνουμε προσοχή σε τέτοιους μετασχηματισμούς και να τους ερμηνεύουμε αναλόγως. Δυστυχώς όμως οπτικές σαν αυτές του κ. Χολέβα έχουν την τάση να στρογγυλοποιούν τα ιστορικά φαινόμενα και να απαλείφουν δεδομένα που δεν «κολλάνε» στο ιδεολογικό τους πλαίσιο.